Ὅταν δοκῇ ἤδη πεπληρῶσθαι, σβεσθήσεται, πᾶσα δὲ ἀνάγκη ἐπ᾽ αὐτὸν ἐπελεύσεται.» —«Φυλάττου μὴ πρᾶξαι ἄδικα.» «Ἐνεχυρίαζες τοὺς ἀδελφούς σου διακενῆς, ἀμφίασιν δὲ γυμνῶν ἀφέλου. Οὐδὲ ὕδωρ διψῶντας ἐπότισας, ἀλλὰ πεινώντων ἐστέρησας ψωμόν. Χήρας δὲ ἐξαπέστειλας κενὰς, ὀρφανοὺς δὲ ἐκάκωσας. Τοιγαροῦν ἐκύκλωσάν σε παγίδες, καὶ ἐσπούδασέ σε πόλεμος ἐξαίσιος.» «Ἥρπασαν ὀρφανὸν ἀπὸ μαστοῦ, πεπτωκότα δὲ ἐταπείνωσαν, καὶ γυμνοὺς ἐξέβαλον ἀδίκως, πεινώντων δὲ τὸν ψωμὸν ἀφείλαντο. Ὁδὸν δικαιοσύνης οὐχ ὥδευσαν, οὐδὲ ἀτραποὺς αὐτῆς ἐπορεύθησαν.
Μετάφραση
«Όταν νομίσει ότι πλέον έχει χορτάσει, θα σβήσει, και κάθε είδους συμφορά θα επιπέσει επάνω του.» —«Πρόσεχε να μην πράξεις άδικα.» «Έπαιρνες ως ενέχυρο τα υπάρχοντα των αδελφών σου χωρίς λόγο, και αφαίρεσες τα ενδύματα των γυμνών. Ούτε νερό έδωσες να πιουν οι διψασμένοι, αλλά από τους πεινασμένους στέρησες το ψωμί. Τις χήρες τις έδιωξες με άδεια χέρια, και τα ορφανά τα κακομεταχειρίστηκες. Γι' αυτό, σε περικύκλωσαν παγίδες και σε κατεπτόησε τρομερός πόλεμος.» «Άρπαξαν το ορφανό από το στήθος, ταπείνωσαν τον πεσμένο, έδιωξαν άδικα τους γυμνούς και αφαίρεσαν το ψωμί από τους πεινασμένους. Δεν βάδισαν την οδό της δικαιοσύνης, ούτε πορεύθηκαν στα μονοπάτιά της.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες