ὅριον δὲ ὑπερέβησαν〉 2b 〈καὶ ποίμνιον σὺν ποιμένι ἥρπασαν.〉 24,3a 〈ὑποζύγιον δὲ ὀρφανῶν ἀπήγαγον〉 3b 〈καὶ βοῦν χήρας ἠνεχύρασαν.〉 24,4a 〈ἐξέκλιναν δὲ ἀδυνάτους ἐξ ὁδοῦ δικαίας,〉 4b 〈ὁμοθυμαδὸν δὲ ἐκρύβησαν πραεῖς γῆς·〉 24,5a 〈καὶ ἀπέβησαν ὥσπερ ὄνοι ἐν ἀγρῷ〉 5b 〈ὑπὲρ ἐμοῦ ἐξελθόντες τῇ ἑαυτῶν πράξει.〉 24,6a 〈ἀγρὸν πρὸ ὥρας οὐκ αὐτῶν ὄντα ἐθέρισαν,〉 24,5c 〈ἡδύνθη δὲ αὐτῶν ἄρτος εἰς νεωτέρους.〉 24,6b 〈ἀδύνατοι δὲ ἀσεβῶν ἀμπελῶνας ἀσιτὶ καὶ ἀμισθὶ εἰργάσαντο.〉 24,7a 〈γυμνοὺς πολλοὺς ἐκοίμισαν ἄνευ ἱματίων,〉 7b 〈ἀμφίασιν δὲ ψυχῆς αὐτῶν ἀφείλοντο.〉 24,8a 〈ἀπὸ ψεκάδων ὀρέων ὑγραίνονται〉 8b 〈καὶ παρὰ τὸ μὴ ἔχειν αὐτοὺς σκέπην πέτραν περιεβάλοντο.〉 ὥσπερ γὰρ τοῦτο ἀπορίας ἐστίν, διὰ τί ὁ μὲν ἀδίκως πάσχει τοιαῦτα, οὕτω κἀκεῖνα, ὡς ἑκατέρωθεν θορυβεῖσθαι καὶ ταράττεσθαι εἰκός. ἀπέβησαν δέ, φησίν, ὥσπερ ὄνοι ἐν ἀγρῷ. τουτέστιν· πάντων κατεφρόνησαν, πάντων κατεγέλασαν, οὐδεὶς αὐτοὺς ἀδικεῖ οὐδὲ κακῶς ποιεῖ.
Μετάφραση
Ξεπέρασαν τα όρια και άρπαξαν το ποίμνιο μαζί με τον ποιμένα. Απήγαγαν το υποζύγιο των ορφανών και πήραν ως ενέχυρο το βόδι της χήρας. Εξέτρεψαν τους αδύναμους από τη δίκαιη οδό, και ομόθυμα κρύφτηκαν οι πράοι της γης. Και κατέληξαν σαν όνοι στον αγρό, εξορμώντας εις βάρος μου με τις πράξεις τους. Θέρισαν πρόωρα αγρό που δεν τους ανήκε, και ο άρτος τους έγινε γλυκός για τους νεότερους. Οι αδύναμοι εργάστηκαν στους αμπελώνες των ασεβών νηστικοί και χωρίς μισθό. Πολλούς γυμνούς τούς άφησαν να κοιμηθούν χωρίς ενδύματα, και τους αφαίρεσαν την περιβολή της ψυχής τους. Βρέχονται από τις σταγόνες των ορέων και, επειδή δεν έχουν σκέπη, τυλίχθηκαν την πέτρα. Διότι, όπως ακριβώς αυτό προκαλεί απορία, το γιατί δηλαδή ο ένας υποφέρει άδικα τέτοια δεινά, έτσι και τα άλλα, ώστε είναι φυσικό να θορυβείται και να ταράζεται κανείς και από τις δύο πλευρές. «Απέβησαν δε», λέει, «σαν όνοι στον αγρό». Τουτέστιν: περιφρόνησαν τους πάντες, χλεύασαν τους πάντες, κανείς δεν τους αδικεί ούτε τους κάνει κακό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες