οὐδείς με παρατρέψαι δυνήσεται, οὐδεὶς ἐκκροῦσαι, οὐδεὶς ἀπαγαγεῖν τοῦ προκειμένου.» 27,5a 〈μή μοι εἴη δικαίους ὑμᾶς ἀποφῆναι, ἕως ἂν ἀποθάνω.〉 τουτέστιν· «οὐ κατηγορήσω ἐμαυτοῦ οὐδὲ μεταθήσομαι· κἂν μυρία λέγητε, οὐ προήσομαι τὴν ψῆφον.» 27,5b 〈οὐ γὰρ ἀπαλλάξω τὴν ἀκακίαν μου ἀπ᾽ ἐμοῦ,〉 27,6a 〈δικαιοσύνῃ δὲ προσέχων οὐ μὴ προῶμαι.〉 6b 〈οὐ γὰρ σύνοιδα ἐμαυτῷ ἄτοπα πράξας.〉 ὃ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι «ὁ ἀδικῶν οὐκ ἔχει παρρησίαν οὐδὲ φθέγξασθαι οὐδὲ εἰπεῖν ταῦτα ἅπερ ἐγὼ νῦν, ἀλλ᾽ ἀφῄρηται καὶ ἐπεστόμισται· ἐγὼ δὲ τοῦτο οὐκ ἔπαθον, ἀλλὰ λέγω καὶ ἀντιλέγω, οἱ δὲ ἄδικοι οὐχ οὕτως.» 27,7a 〈οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ εἴησαν οἱ ἐχθροί μου,〉 φησίν, 〈ὥσπερ ἡ καταστροφὴ τῶν ἀσεβῶν〉 7b 〈καὶ οἱ ἐπ᾽ ἐμὲ ἐπανιστάμενοι ὥσπερ ἡ ἀπώλεια τῶν παρανόμων.〉 «ἀπόλοιντο», φησίν, «οἱ ἐχθροί μου· συκοφαντοῦσι γάρ με.» 27,8a 〈ναὶ μήν· τίς γάρ ἐστιν ἔτι ἐλπὶς ἀσεβεῖ, ὅτι ἐπέχει;〉 8b 〈μὴ πεποιθὼς ἐπὶ κύριον, εἰ ἄρα σωθήσεται〉 27,9a 〈ἢ τὴν δέησιν αὐτοῦ ἀκούσῃ ὁ θεός;〉 9b 〈ἐπελθούσης δὲ ἀνάγκης〉 27,10a 〈μὴ ἔχειν τινὰ παρρησίαν ἐναντίον αὐτοῦ〉 10b 〈ἢ πῶς ἐπικαλεσαμένου αὐτοῦ εἰσακούσεται αὐτοῦ;〉 τίς γάρ, φησίν, ἐστὶν ἔτι ἐλπὶς ἀσεβεῖ, ὅτι ἐπέχει; «καθάπερ ἐγώ», φησίν, «προσδοκῶ σῴζεσθαι καὶ διαφεύξεσθαι τὸν κίνδυνον τοῦτον.
Μετάφραση
«Κανείς δεν θα μπορέσει να με εκτρέψει, κανείς να με απωθήσει, κανείς να με αποσπάσει από το προκείμενο.» 27,5α 〈Μη γένοιτο να σας ανακηρύξω δίκαιους, έως ότου πεθάνω.〉 Δηλαδή: «Δεν θα κατηγορήσω τον εαυτό μου ούτε θα μεταπειστώ· κι αν πείτε μύρια, δεν θα εγκαταλείψω την απόφασή μου.» 27,5β 〈Διότι δεν θα αποβάλω την ακακία μου από πάνω μου,〉 27,6α 〈και προσηλωμένος στη δικαιοσύνη δεν θα την εγκαταλείψω.〉 6β 〈Διότι δεν έχω τη συνείδηση ότι έπραξα άτοπα.〉 Αυτό που λέει είναι το εξής, ότι «αυτός που αδικεί δεν έχει παρρησία ούτε να μιλήσει ούτε να πει αυτά ακριβώς που λέω εγώ τώρα, αλλά του έχει αφαιρεθεί (η παρρησία) και έχει αποστομωθεί· εγώ όμως δεν έπαθα αυτό, αλλά λέγω και αντιλέγω, ενώ οι άδικοι δεν κάνουν το ίδιο.» 27,7α 〈Όμως, ας γίνουν οι εχθροί μου〉, λέει, 〈όπως η καταστροφή των ασεβών〉 7β 〈και όσοι ξεσηκώνονται εναντίον μου όπως η απώλεια των παρανόμων.〉 «Ας καταστραφούν», λέει, «οι εχθροί μου, διότι με συκοφαντούν.» 27,8α 〈Πράγματι· διότι ποια ελπίδα υπάρχει πλέον για τον ασεβή, επειδή επιμένει;〉 8β 〈Εφόσον δεν έχει πεποίθηση στον Κύριο, άραγε θα σωθεί〉 27,9α 〈ή μήπως θα ακούσει ο Θεός τη δέησή του;〉 9β 〈Και όταν επέλθει ανάγκη〉 27,10α 〈μήπως έχει καμία παρρησία ενώπιόν Του〉 10β 〈ή πώς, όταν Τον επικαλεστεί, θα τον εισακούσει;〉 Διότι ποια ελπίδα, λέει, υπάρχει πλέον για τον ασεβή, επειδή επιμένει; «Όπως ακριβώς εγώ», λέει, «προσδοκώ να σωθώ και να διαφύγω αυτόν τον κίνδυνο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες