Ἔστι γὰρ ἓν μὲν αὐτοῖς ἐκεῖνο καὶ λίαν πρόχειρον τό· Κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ. πρὸς ὃ πῶς ἀπαντησόμεθα; οὐ Σολομῶντος κατηγορήσομεν; οὐ τὰ πρὶν ἀθετήσομεν διὰ τὴν τελευταίαν παράπτωσιν; οὐχὶ τῆς σοφίας αὐτῆς ἐροῦμεν εἶναι τὸν λόγον, τῆς οἷον ἐπιστήμης καὶ τοῦ τεχνίτου λόγου, καθ᾽ ὃν τὰ πάντα συνέστη; πολλὰ γὰρ ἡ γραφὴ προσωποποιεῖν οἶδε καὶ τῶν ἀψύχων, ὡς τό· Ἡ θάλασσα εἶπε τάδε καὶ τάδε· καί, Ἡ ἄβυσσος εἶπεν, οὐκ ἔστιν ἐν ἐμοί· καί, Οἱ οὐρανοὶ διηγούμενοι δόξαν θεοῦ. καὶ πάλιν ῥομφαία τι διακελεύεται, καὶ ὄρη καὶ βουνοὶ λόγους ἐρωτῶνται σκιρτήσεως. τούτων οὐδέν φαμεν, εἰ καί τισι τῶν πρὸ ἡμῶν ὡς ἰσχυρὰ τέθειται. ἀλλ᾽ ἔστω τοῦ σωτῆρος αὐτοῦ, τῆς ἀληθινῆς σοφίας, ὁ λόγος. μικρὸν δὲ συνδιασκεψώμεθα. τί τῶν ὄντων ἀναίτιον; θεότης. οὐδεὶς γὰρ αἰτίαν εἰπεῖν ἔχει θεοῦ· ἢ τοῦτο ἂν εἴη θεοῦ πρεσβύτερον. τίς δὲ τῆς ἀνθρωπότητος, ἣν δι᾽ ἡμᾶς ὑπέστη θεός, αἰτία; τὸ σωθῆναι πάντως ἡμᾶς. τί γὰρ ἕτερον; ἐπειδὴ τοίνυν ἐνταῦθα καὶ τὸ Ἔκτισε καὶ τὸ Γεννᾷ με σαφῶς εὑρίσκομεν, ἁπλοῦς ὁ λόγος. ὃ μὲν ἂν μετὰ τῆς αἰτίας εὑρίσκωμεν, προσθῶμεν τῇ ἀνθρωπότητι· ὃ δὲ ἁπλοῦν καὶ ἀναίτιον, τῇ θεότητι λογισώμεθα. ἆρ᾽ οὖν οὐ τὸ μὲν Ἔκτισεν εἴρηται μετὰ τῆς αἰτίας; Ἔκτισε γάρ μέ, φησιν, ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ. ἔργα δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀλήθεια καὶ κρίσις, ὧν ἕνεκεν ἐχρίσθη θεότητι.
Μετάφραση
Διότι υπάρχει σε αυτούς εκείνο το ένα, και μάλιστα πολύ πρόχειρο, επιχείρημα: «Ο Κύριος με έκτισε ως αρχή των οδών του για τα έργα του». Πώς, λοιπόν, θα απαντήσουμε σε αυτό; Μήπως θα κατηγορήσουμε τον Σολομώντα; Μήπως θα απορρίψουμε τα προηγούμενα λόγια του εξαιτίας του τελευταίου παραπτώματός του; Μήπως θα πούμε ότι αυτός ο λόγος ανήκει στην ίδια τη σοφία, δηλαδή στην επιστήμη και στον δημιουργικό λόγο σύμφωνα με τον οποίο συστήθηκαν τα πάντα; Διότι η Γραφή συνηθίζει να προσωποποιεί πολλά από τα άψυχα, όπως: «Η θάλασσα είπε το τάδε και το τάδε»· και «Η άβυσσος είπε, δεν υπάρχει μέσα σε μένα»· και «Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού». Και πάλι, δίνεται κάποιο παράγγελμα σε μια ρομφαία, και τα όρη και οι βουνοί ερωτώνται για τον λόγο που σκιρτούν. Τίποτε όμως από αυτά δεν προβάλλουμε εμείς, αν και μερικοί από τους προγενεστέρους μας τα έχουν θεωρήσει ως ισχυρά επιχειρήματα. Αλλά ας δεχτούμε ότι ο λόγος αυτός ανήκει στον ίδιο τον Σωτήρα, την αληθινή Σοφία. Ας εξετάσουμε όμως μαζί ένα μικρό ζήτημα. Τι από τα όντα είναι αναίτιο; Η Θεότητα. Διότι κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί κάποια αιτία για την ύπαρξη του Θεού· διαφορετικά, αυτό το αίτιο θα ήταν προγενέστερο του Θεού. Ποια είναι όμως η αιτία της ανθρώπινης φύσης, την οποία ο Θεός ανέλαβε για εμάς; Το να σωθούμε εμείς, βεβαίως. Διότι τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Επειδή, λοιπόν, εδώ βρίσκουμε σαφώς να αναφέρεται τόσο το «με έκτισε» όσο και το «με γεννά», η εξήγηση είναι απλή. Ό,τι βρίσκουμε να συνοδεύεται από αιτία, ας το αποδώσουμε στην ανθρώπινη φύση· και ό,τι είναι απλό και αναίτιο, ας το καταλογίσουμε στη Θεότητα. Μήπως, λοιπόν, το «έκτισε» δεν έχει ειπωθεί μαζί με την αιτία; Διότι λέει: «Με έκτισε ως αρχή των οδών του για τα έργα του». Και έργα των χειρών του είναι η αλήθεια και η κρίση, για χάρη των οποίων χρίστηκε με τη Θεότητα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες