ὁρᾷς, ὅτι τοῦτο ἐπεθύμει, τὴν ἐπισκοπὴν καὶ τὴν πρόνοιαν δεῖξαι τοῦ θεοῦ; 29,6a 〈ὅτε ἐχέοντό μου αἱ ὁδοὶ βουτύρῳ,〉 6b 〈τὰ δὲ ὄρη μου ἐχέοντο γάλακτι.〉 ὁρᾷς, ὅτι οὐδαμοῦ πλούτου μέμνηται ἀδίκου οὐδὲ περιττοῦ, ἀλλὰ τοῦ χρησίμου καὶ λόγον ἔχοντος; 29,7a 〈ὅτε ἐξεπορευόμην ὄρθριος ἐν πόλει,〉 7b 〈ἐν δὲ πλατείαις ἐτίθετό μου ὁ δίφρος.〉 τὴν παρρησίαν λέγει καὶ τὴν ἀξίαν τὴν προτέραν, εἶτα τὴν δόξαν. 29,8a 〈ἰδόντες δέ με νεανίσκοι ἐκρύβησαν,〉 8b 〈πρεσβῦται δὲ πάντες ἐπανέστησαν,〉 29,9a 〈ἁδροὶ δὲ ἐπαύσαντο λαλοῦντες〉 9b 〈δάκτυλον θέντες ἐπὶ στόματι αὐτῶν.〉 ἐμοὶ δοκεῖ καὶ τούτους πλήττειν καὶ αἰνίττεσθαι ἅτε ἐπεμβαίνοντας αὐτῷ, ὅτι «πρὸ τούτου φοβερὸς ἤμην», φησίν, «καὶ ἐπίδοξος.» 29,10a 〈οἱ δὲ ἀκούσαντες περὶ ἐμοῦ ἐμακάρισάν με〉 10b 〈καὶ γλῶσσα αὐτῶν τῷ λάρυγγι αὐτῶν ἐκολλήθη,〉 29,11a 〈ὅτι οὖς ἤκουσε καὶ ἐμακάρισέ με,〉 11b 〈ὀφθαλμὸς δέ με ἰδὼν ἐξέκλινεν.〉 29,12a 〈διέσωσα γὰρ πτωχὸν ἐκ χειρὸς δυνάστου,〉 12b 〈καὶ ὀρφανῷ, ᾧ οὐχ ὑπῆρχε βοηθός, ἐβοήθησα.〉 τίνος ἕνεκεν ἐμακάριζον αὐτόν; λέγει αὐτοῦ τὰ κατορθώματα· διέσωσα γάρ, φησίν, πτωχὸν ἐκ 〈χειρὸς〉 δυνάστου.
Μετάφραση
Βλέπεις ότι αυτό επιθυμούσε, να δείξει δηλαδή την επίβλεψη και την πρόνοια του Θεού; 29,6α «Όταν οι δρόμοι μου ξεχείλιζαν από βούτυρο», 6β «και τα βουνά μου ξεχείλιζαν από γάλα.» Βλέπεις ότι πουθενά δεν αναφέρει άδικο ούτε περιττό πλούτο, παρά μόνο τον χρήσιμο και εύλογο; 29,7α «Όταν έβγαινα νωρίς το πρωί στην πόλη», 7β «και στις πλατείες στηνόταν η έδρα μου.» Αναφέρει την παρρησία και το προηγούμενο αξίωμά του, και έπειτα τη δόξα. 29,8α «Όταν με έβλεπαν οι νέοι κρύβονταν», 8β «και όλοι οι γέροντες σηκώνονταν όρθιοι», 29,9α «οι ισχυροί σταματούσαν να μιλούν» 9β «βάζοντας το δάχτυλο στο στόμα τους.» Μου φαίνεται ότι επικρίνει και αυτούς και τους αφήνει αιχμές επειδή του επιτίθενται, λέγοντας: «πριν από αυτά ήμουν φοβερός», λέει, «και ένδοξος.» 29,10α «Όσοι άκουγαν για μένα, με μακάριζαν» 10β «και η γλώσσα τους κολλούσε στον φάρυγγά τους», 29,11α «διότι όποιο αυτί άκουγε, με μακάριζε», 11β «και όποιο μάτι με έβλεπε, παραμέριζε.» 29,12α «Διότι διέσωσα φτωχό από το χέρι δυνάστη», 12β «και το ορφανό, που δεν είχε βοηθό, το βοήθησα.» Για ποιον λόγο τον μακάριζαν; Αναφέρει τα κατορθώματά του· διότι διέσωσα, λέει, φτωχό από το χέρι του δυνάστη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες