εἶτα λέγει· 29,19a 〈ἡ ῥίζα μου διήνοικται ἐπὶ ὕδατος,〉 19b 〈καὶ δρόσος αὐλισθήσεται ἐπὶ τῷ θερισμῷ μου.〉 29,20a 〈ἡ δόξα μου καινὴ μετ᾽ ἐμοῦ,〉 20b 〈καὶ τὸ τόξον μου ἐν χειρὶ αὐτοῦ πορεύεται.〉 29,21a 〈πρεσβύτεροι ἀκούσαντές μου προσεῖχον,〉 21b 〈ἐσιώπησαν δὲ ἐπὶ τῇ ἐμῇ βουλῇ,〉 29,22a 〈ἐπὶ δὲ τῷ ἐμῷ ῥήματι οὐ προσέθεντο,〉 22b 〈καὶ περιχαρεῖς ἐγίνοντο, ὁπότε αὐτοῖς ἐλάλουν.〉 29,23a 〈ὥσπερ γῆ διψῶσα προσδεχομένη ὑετὸν〉 23b 〈οὕτως οὗτοι τὴν ἐμὴν λαλιὰν προσεδέχοντο.〉 29,24a 〈εἰ ἐγέλων πρὸς αὐτούς, οὐκ ἐπίστευον.〉 ὅρα, τί φησιν· οὐχ ὁ πλοῦτος αὐτὸν ἐπίφθονον ἐποίει, οὐ τὸ τῶν ἀδικουμένων προΐστασθαι, οὐκ ἄλλο τι τοιοῦτον οὐδέν. 29,24b 〈καὶ φῶς,〉 φησίν, 〈τοῦ προσώπου μου οὐ κατέπιπτεν.〉 29,25a 〈ἐξελεξάμην ὁδὸν αὐτῶν καὶ ἐκάθισα ἄρχων〉 25b 〈καὶ κατεσκήνουν ὡσεὶ βασιλεὺς ἐν μονοζώνοις,〉 25c 〈ὃν τρόπον συμπαθὴς παρακαλῶν.〉 30,1a 〈νυνὶ δὲ κατεγέλασάν μου〉 1b 〈ἐλάχιστοι.〉 τίνα οὖν ἐστι τὰ παρόντα ἔναντι τούτων; κατεγέλασάν μου, φησίν, ἐλάχιστοι. 30,1b 〈νῦν νουθετοῦσί με ἐν μέρει,〉 1c 〈ὧν ἐξουθένουν τοὺς πατέρας αὐτῶν,〉 1d 〈οὓς οὐχ ἡγησάμην ἀξίους εἶναι κυνῶν τῶν ἐμῶν νομάδων.〉 οὐχ ὑπερόπτης ὢν οὐδὲ ἀλαζὼν ὥστε ἀνθρώπους κυσὶ παραβάλλειν, ἀλλὰ τοὺς πονηροὺς καὶ μιαροὺς αἰνίττεται. τοὺς γὰρ τοιούτους οὐδὲν ἡγεῖτο. {
Μετάφραση
Έπειτα λέγει: 29,19α 〈η ρίζα μου έχει απλωθεί στα νερά,〉 19β 〈και δροσιά θα καταλύσει πάνω στη σοδειά μου.〉 29,20α 〈η δόξα μου θα ανανεώνεται μαζί μου,〉 20β 〈και το τόξο μου θα πορεύεται στο χέρι του.〉 29,21α 〈οι πρεσβύτεροι όταν με άκουγαν πρόσεχαν,〉 21β 〈και σωπούσαν ακούγοντας τη συμβουλή μου,〉 29,22α 〈και στα λόγια μου δεν πρόσθεταν τίποτα,〉 22β 〈και γίνονταν περιχαρείς όποτε τους μιλούσα.〉 29,23α 〈όπως η διψασμένη γη που περιμένει τη βροχή,〉 23β 〈έτσι και αυτοί περίμεναν τα λόγια μου.〉 29,24α 〈αν τους χαμογελούσα, δεν το πίστευαν.〉 Δες, τι λέει: δεν τον έκανε ο πλούτος αντικείμενο φθόνου, ούτε η υπεράσπιση των αδικουμένων, ούτε τίποτα άλλο παρόμοιο. 29,24β 〈και το φως,〉 λέει, 〈του προσώπου μου δεν έπεφτε.〉 29,25α 〈Διάλεξα τον δρόμο τους και κάθισα ως άρχοντας〉 25β 〈και κατασκήνωνα σαν βασιλιάς ανάμεσα σε πολεμιστές,〉 25γ 〈με τον τρόπο εκείνου που παρηγορεί με συμπάθεια.〉 30,1α 〈Τώρα όμως με περιγέλασαν〉 1β 〈οι ελάχιστοι.〉 Ποια είναι λοιπόν τα παρόντα σε σύγκριση με εκείνα; Με περιγέλασαν, λέει, οι ελάχιστοι. 30,1β 〈τώρα με νουθετούν με τη σειρά,〉 1γ 〈εκείνοι των οποίων τους πατέρες περιφρονούσα,〉 1δ 〈τους οποίους δεν θεώρησα άξιους να είναι μαζί με τους σκύλους των κοπαδιών μου.〉 Δεν ήταν υπερόπτης, ούτε αλαζόνας ώστε να συγκρίνει ανθρώπους με σκύλους, αλλά υπονοεί τους πονηρούς και τους μιαρούς. Διότι τέτοιου είδους ανθρώπους δεν τους υπολόγιζε καθόλου. {
Περισσότερα
Λεπτομέρειες