In Psalmum XVI, 3—4 Ἀστερίου 〈Ἐδοκίμασας τὴν καρδίαν μου,〉 ὅτι οὐδέποτε διενοήθην ἀδικῆσαι ἄνθρωπον ἢ διὰ χρημάτων ἢ δι᾽ ἄλλην αἰτίαν. 〈Ἐπεσκέψω νυκτός,〉 ὅτι οὐδέποτε ὕπνῳ κατεκρατήθην βαθεῖ, τὸ δίκαιον διερευνώμενος καὶ ὑπό σου φωτιζόμενος, ὅτι, κατὰ τὸν Ἰώβ, 〈Ἐν τῷ φωτί σου ἐπορευόμην ἐν σκότει· Λύχνος γὰρ ἦν τοῖς ποσίν μου ὁ νόμος σου.〉 Νοήσεις δὲ ταῦτα καὶ ὡς ἐκ προσώπου τοῦ σωτῆρος. 〈Ὅπως ἂν μὴ λαλήσῃ τὸ στόμα μου τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων· Οὐ γὰρ ἦλθον, φησίν, ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον.〉
Μετάφραση
Εις τον Ψαλμό 16, 3-4, Αστερίου: «Εδοκίμασας την καρδίαν μου», διότι ποτέ δεν διανοήθηκα να αδικήσω άνθρωπο είτε για χρήματα είτε για άλλη αιτία. «Με επεσκέφθης τη νύκτα», διότι ποτέ δεν κυριεύθηκα από βαθύ ύπνο, ερευνώντας το δίκαιο και φωτιζόμενος από εσένα, διότι, σύμφωνα με τον Ιώβ, «στο φως σου πορευόμουν μέσα στο σκοτάδι· διότι λύχνος για τα πόδια μου ήταν ο νόμος σου». Θα εννοήσεις δε αυτά και ως λεγόμενα από το πρόσωπο του Σωτήρος. «Για να μη μιλήσει το στόμα μου για τα έργα των ανθρώπων· διότι δεν ήλθα», λέγει, «για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες