Νοήσεις δὲ τοῦτο ἀφ᾽ ὧν ὁ Ἰώβ φησιν· Ὅτε ηὔγει ὁ λύχνος ὑπὲρ κεφαλῆς μου· ὅτε ἤμην ὑλώδης λίαν. Ηὔγει αὐτῷ ὁ λύχνος τότε ἐν εὐθηνίᾳ ὑπάρχοντι· ὅτε δὲ πάντα αὐτῷ τὰ ὑπάρχοντα διαπεπτώκει, εἶπεν ἂν καὶ αὐτός· Ὅτι ἐξέλιπον ὡσεὶ καπνὸς αἱ ἡμέραι μου. Τοιοῦτος δέ ἐστιν ὁ κατὰ Θεὸν πτωχὸς, ἀδόξως καὶ ἀφανῶς τὰς ἡμέρας αὐτοῦ τῆς προσκαίρου ζωῆς διεξάγων. Εἶτα ἀσιτίαις ἑαυτὸν καὶ κακώσεσιν ὑποβάλλων, ἐν λιμῷ καὶ δίψει κατατρύχει καὶ καταφρύγει. Καὶ ἐπεὶ πᾶσα σὰρξ χόρτος, καὶ πᾶσα δόξα αὐτῆς ὡς ἄνθος χόρτου, μαραίνων ἑαυτοῦ τὴν σάρκα φησὶν, Ἐπλήγην ὡσεὶ χόρτος.
Μετάφραση
Θα το κατανοήσεις δε αυτό από όσα λέει ο Ιώβ: «Όταν έλαμπε ο λύχνος πάνω από το κεφάλι μου· όταν ήμουν πλήρης υλικών αγαθών». Έλαμπε σε αυτόν ο λύχνος, επειδή βρισκόταν τότε σε αφθονία· όταν όμως όλα του τα υπάρχοντα χάθηκαν, θα μπορούσε να πει και ο ίδιος: «Διότι εξέλιπαν οι ημέρες μου σαν τον καπνό». Τέτοιος είναι ο κατά Θεόν πτωχός, ο οποίος διάγει τις ημέρες της πρόσκαιρης ζωής του χωρίς δόξα και μέσα στην αφάνεια. Έπειτα, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε ασιτίες και κακουχίες, τον καταπονεί και τον ξηραίνει με την πείνα και τη δίψα. Και επειδή «κάθε σάρκα είναι χόρτο, και κάθε δόξα της σαν άνθος χόρτου», μαραίνοντας τη δική του σάρκα λέει: «Χτυπήθηκα σαν το χόρτο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες