ΙΑʹ. Τί πατρὸς γνησιώτερον; καὶ τί μητρὸς συμπαθέστερον; Ἀλλ᾽ ἀπεκλείσθη γε τούτοις καὶ ἡ φύσις· καὶ πατὴρ παῖδα τὸν ἑαυτοῦ, ὃν ἐγέννησεν, ὃν ἀνέθρεψεν, ὃν ὀφθαλμὸν βίου μόνον ἔχειν ἐνόμισεν, ὑπὲρ οὗ πολλὰ Θεῷ καὶ πολλάκις προσηύξατο, τοῦτον ὀδύρεται μὲν, ἀπελαύνει δὲ, τὸ μὲν ἑκὼν, τὸ δὲ τυραννούμενος. Καὶ μήτηρ μέμνηται μὲν τῶν ὠδίνων, καὶ τὰ σπλάγχνα σπαράσσεται, καὶ ἀνακαλεῖται λίαν ἐλεεινῶς, καὶ προθεῖσα θρηνεῖ, καθάπερ τεθνηκότα τὸν ζῶντα· Τέκνον, λέγουσα, δυστυχὲς καὶ ἀθλίας μητρὸς, ὅ μοι συνεμερίσατο πικρῶς ἡ νόσος· τέκνον ἐλεεινὸν, τέκνον οὐ γνωριζόμενον, τέκνον, ὃ κρημνοῖς καὶ ὄρεσι καὶ ἐρημίαις ἀνεθρεψάμην· μετὰ θηρίων οἰκήσεις, καὶ σκέπη σοι πέτρα, καὶ τῶν ἀνθρώπων μόνον ὄψονταί σε οἱ εὐσεβέστατοι· καὶ ταῦτα δὴ τὰ τοῦ Ἰὼβ ἐλεεινὰ ῥήματα ἐπιφθέγγεται· Ἵνα τί γὰρ ἐπλάσθης ἐν κοιλίᾳ μητρὸς, ἐκ γαστρὸς δὲ ἐξῆλθες, καὶ οὐκ εὐθὺς ἀπώλου, ὡς συνδραμεῖν τῇ γεννήσει τὸν θάνατον; ἵνα τί δὲ οὐκ ἀπῆλθες ἄωρος, πρὶν γεύσασθαι τῶν τοῦ βίου κακῶν; Ἵνα τί δέ σοι συνήντησε γόνατα;
Μετάφραση
ΙΑ΄. Τι είναι πιο γνήσιο από τον πατέρα; Και τι πιο συμπονετικό από τη μητέρα; Αλλά, σε αυτούς τους ανθρώπους καταργήθηκε ακόμη και η φύση· και ο πατέρας, το ίδιο του το παιδί, αυτό που γέννησε, αυτό που ανέθρεψε, αυτό που θεωρούσε ως το μοναδικό φως της ζωής του, για το οποίο πολλά και πολλάκις προσευχήθηκε στον Θεό, αυτό το παιδί το θρηνεί μεν, αλλά το διώχνει, εν μέρει με τη θέλησή του και εν μέρει εξαναγκαζόμενος. Και η μητέρα θυμάται μεν τις ωδίνες του τοκετού, και σπαράζουν τα σπλάχνα της, και το ανακαλεί με τρόπο εξαιρετικά σπαρακτικό, και βάζοντάς το μπροστά της το θρηνεί σαν να είναι νεκρό, ενώ ζει, λέγοντας: «Τέκνο δυστυχισμένο μιας άθλιας μητέρας, το οποίο πικρά μοιράστηκε μαζί μου η αρρώστια· τέκνο αξιοθρήνητο, τέκνο αγνώριστο, τέκνο που ανέθρεψα για τους γκρεμούς, τα βουνά και τις ερημιές· μαζί με τα θηρία θα κατοικήσεις, και σκέπη σου θα είναι η πέτρα, και από τους ανθρώπους μόνο οι πιο ευσεβείς θα σε αντικρίζουν»· και έπειτα αναφωνεί τα αξιοθρήνητα εκείνα λόγια του Ιώβ: «Γιατί άραγε πλάστηκες στην κοιλιά της μητέρας, και βγήκες από τη μήτρα, και δεν χάθηκες αμέσως, ώστε ο θάνατος να συμπέσει με τη γέννηση; Γιατί δεν απήλθες πρόωρα, πριν γευτείς τα δεινά του βίου; Και γιατί σε δέχτηκαν τα γόνατα;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες