φιλικὴ μὲν ἡ παρουσία, οὐ φιλικὴ δὲ ἡ παραίνεσις καὶ ἡ συμβουλή. 2,12a 〈ἰδόντες δὲ αὐτὸν πόρρωθεν οὐκ ἐπέγνωσαν,〉 12b 〈καὶ βοήσαντες φωνῇ μεγάλῃ ἔκλαυσαν ἔκαστος〉 12c 〈ῥήξαντες τὴν ἑαυτοῦ στολὴν〉 12d 〈καὶ καταπασάμενοι γῆν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῶν.〉 2,13a 〈παρεκαθέζοντο αὐτῷ εἰς γῆν ἑπτὰ ἡμέρας καὶ ἑπτὰ νύκτας,〉 13b 〈καὶ οὐδεὶς αὐτῶν ἐλάλησε πρὸς αὐτόν·〉 13c 〈ἑώρων γὰρ τὴν πληγὴν δεινὴν οὖσαν καὶ μεγάλην σφόδρα.〉 ταῦτα πάντα καλὰ καὶ φίλων ἄξια καὶ συμπαθούντων τεκμήρια, ἀλλὰ τὰ μετὰ ταῦτα οὐκέτι τοιαῦτα, ἀλλὰ πολλῷ τούτων ἐναντία καὶ ἀποδέοντα. καὶ ὅρα, τί γίνεται· ἵνα μὴ δόξωσιν ὡς ἐχθροὶ καὶ βλάσφημοι λέγειν τὰ μετὰ ταῦτα, προλαβόντες τοῖς γεγενημένοις ἀνεῖλον τὴν ὑποψίαν ὥστε τὸν δικάζοντα τοῖς λεγομένοις μὴ παρακρουσθῆναι τῇ τῶν ἐχθρῶν ὑποψίᾳ. καὶ οὐδεὶς αὐτῶν, φησίν, ἐλάλησε πρὸς αὐτὸν λόγον. ὅρα μεῖζον τῆς ἀπὸ τοῦ λόγου παραμυθίας τὸ δεινόν. καὶ τοῦτο συνετῶς ἐποίησαν τοῖς πράγμασιν αὐτὸν παρακαλοῦντες, τῇ προσεδρείᾳ, τῷ διαρρῆξαι τὰ ἱμάτια. 3,1a 〈καὶ μετὰ ταῦτα ἤνοιξεν Ἰὼβ τὸ στόμα αὐτοῦ〉 1b 〈καὶ κατηράσατο τὴν ἡμέραν αὐτοῦ.〉 3,2 〈καὶ ἀπεκρίθη Ἰὼβ λέγων·〉 3,3a 〈ἀπόλοιτο ἡ ἡμέρα, ἐν ᾗ ἐγεννήθην ἐν αὐτῇ,〉 3b 〈καὶ ἡ νύξ, ἐν ᾗ εἶπον· ἰδοὺ ἄρσεν.〉 ὅτι δεινὰ τὰ συμβεβηκότα, διὰ τῆς σιγῆς ἐμαρτύρουν αὐτοί. οὐκ ἂν ἐτόλμησαν παραμυθήσασθαι, εἰ μὴ πρότερος αὐτὸς ἀρχὴν ἔδωκεν.
Μετάφραση
Η παρουσία τους μεν ήταν φιλική, αλλά η προτροπή και η συμβουλή τους δεν ήταν φιλική. 2,12a 〈Βλέποντάς τον δε από μακριά, δεν τον αναγνώρισαν,〉 12b 〈και φωνάζοντας με δυνατή φωνή, έκλαψε ο καθένας τους,〉 12c 〈σχίζοντας το ένδυμά του〉 12d 〈και ρίχνοντας χώμα πάνω στο κεφάλι τους.〉 2,13a 〈Κάθονταν μαζί του στο χώμα επτά ημέρες και επτά νύχτες,〉 13b 〈και κανένας τους δεν του μίλησε·〉 13c 〈διότι έβλεπαν ότι η πληγή του ήταν φοβερή και πάρα πολύ μεγάλη.〉 Όλα αυτά ήταν καλά, αντάξια φίλων και τεκμήρια ανθρώπων που συμπάσχουν, αλλά όσα ακολούθησαν δεν ήταν πλέον τέτοια, αλλά κατά πολύ αντίθετα και κατώτερα από αυτά. Και πρόσεξε τι συμβαίνει· για να μη φανεί ότι όσα θα πουν στη συνέχεια τα λένε ως εχθροί και βλάσφημοι, προλαμβάνοντας με τις πράξεις τους εξάλειψαν την υποψία, ώστε εκείνος που θα έκρινε τα λεγόμενά τους να μην παραπλανηθεί από την υποψία της έχθρας. Και κανένας τους, λέει, δεν του είπε ούτε λέξη. Πρόσεξε ότι η συμφορά ήταν μεγαλύτερη από την παρηγοριά που προσφέρει ο λόγος. Και το έκαναν αυτό με σύνεση, παρηγορώντας τον με τις πράξεις τους, με την παραμονή δίπλα του, με το σχίσιμο των ιματίων τους. 3,1a 〈Και μετά από αυτά άνοιξε ο Ιώβ το στόμα του〉 1b 〈και καταράστηκε την ημέρα του.〉 3,2 〈Και αποκρίθηκε ο Ιώβ λέγοντας·〉 3,3a 〈Ας χαθεί η ημέρα κατά την οποία γεννήθηκα,〉 3b 〈και η νύχτα κατά την οποία ειπώθηκε· ιδού αρσενικό.〉 Το ότι ήταν φοβερά όσα του συνέβησαν, το μαρτυρούσαν και οι ίδιοι με τη σιωπή τους. Δεν θα τολμούσαν να του μιλήσουν παρηγορητικά, εάν δεν είχε κάνει πρώτος εκείνος την αρχή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες