βέλτιον ἦν μὴ γενέσθαι.» 3,17a 〈ἐκεῖ ἀσεβεῖς ἔπαυσαν θυμὸν ὀργῆς,〉 17b 〈ἐκεῖ ἀνεπαύσαντο κατάκοποι τῷ σώματι.〉 3,18a 〈ὁμοθυμαδὸν δὲ δι᾽ αἰῶνος〉 18b 〈οὐκ ἤκουσαν φωνὴν φορολόγου.〉 3,19a 〈μικρὸς καὶ μέγας ἐκεῖ ἐστι〉 19b 〈καὶ θεράπων οὐ δεδοικὼς τὸν κύριον αὐτοῦ.〉 τί λέγεις, ὅτι ἀσεβὴς καὶ πονηρὸς ἐγώ, ἀλλὰ καὶ οὗτοι ταύτης ἔτυχον τῆς παραμυθίας; 3,20a 〈ἵνα τί γάρ,〉 φησίν, 〈δέδοται τοῖς ἐν πικρίᾳ ψυχῆς φῶς,〉 20b 〈ζωὴ δὲ ταῖς ἐν ὀδύναις ψυχαῖς;〉 3,21a 〈οἳ ὁμείρονται τοῦ θανάτου καὶ οὐ τυγχάνουσιν,〉 21b 〈ἀνορύσσουσι δὲ αὐτὸν ὥσπερ θησαυρόν,〉 3,22 〈περιχαρεῖς δὲ ἐγένοντο, ἐὰν κατατύχωσιν αὐτοῦ.〉 3,23a 〈θάνατος γὰρ ἀνδρὶ ἀνάπαυσις, οὗ ἡ ὁδὸς ἀπεκρύβη·〉 23b 〈συνέκλεισε γὰρ ὁ θεὸς κατ᾽ αὐτοῦ.〉 θαύμασον καὶ ἐνταῦθα αὐτοῦ τὴν εὐλάβειαν, πῶς ἐπιθυμεῖ τοῦ θανάτου καὶ οὐ τυγχάνει, καὶ οὐκ ἐτόλμα ἑαυτὸν διαχρήσασθαι. ταῦτα δὲ οὐχὶ ἐγκαλοῦντός ἐστιν, ἀλλὰ διαποροῦντος καὶ τὴν αἰτίαν οὐχ εὑρίσκοντος. ὥσπερ ὁ Χριστὸς εἰπὼν καλὸν ἦν αὐτῷ, εἰ οὐκ ἐγεννήθη οὐδὲν ἕτερον ἐδήλωσεν, ἀλλ᾽ ἢ ὅτι δεινὰ αὐτὸν ἀναμένει καὶ χαλεπά, οὕτω καὶ ἐνταῦθα ὁ Ἰὼβ λέγων «εἴθε μὴ ἐγεννήθην» οὐ τῆς δημιουργίας τοῦ θεοῦ κατατρέχει, ἀλλὰ τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς παρίστησιν. διὰ τί «εἴθε μὴ ἐγεννήθην»; ὅτι ἄδικόν τι πέπονθας; «οὐδαμῶς» φησίν, «ἀλλ᾽ ὅτι οὐ φέρω τὴν συμφοράν.»
Μετάφραση
Θα ήταν καλύτερο να μην είχε γεννηθεί.» 3,17a 〈Εκεί οι ασεβείς έπαψαν τον θυμό της οργής,〉 17b 〈εκεί αναπαύθηκαν οι κατάκοποι στο σώμα.〉 3,18a 〈και όλοι μαζί παντοτινά〉 18b 〈δεν άκουσαν φωνή φοροεισπράκτορα.〉 3,19a 〈Ο μικρός και ο μεγάλος είναι εκεί,〉 19b 〈και ο υπηρέτης που δεν φοβάται τον κύριό του.〉 Τι λες; Ότι εγώ είμαι ασεβής και πονηρός, αλλά και αυτοί έτυχαν αυτής της παρηγοριάς; 3,20a 〈Για ποιο λόγο, λοιπόν,〉 λέει, 〈δόθηκε το φως σε όσους έχουν πικρία στην ψυχή,〉 20b 〈και η ζωή στις ψυχές που βρίσκονται σε οδύνη;〉 3,21a 〈οι οποίοι ποθούν τον θάνατο και δεν τον πετυχαίνουν,〉 21b 〈και τον αναζητούν σκάβοντας σαν θησαυρό,〉 3,22 〈και γεμίζουν με υπερβολική χαρά, εάν τον βρουν.〉 3,23a 〈Διότι ο θάνατος είναι ανάπαυση για τον άνθρωπο του οποίου ο δρόμος αποκρύφτηκε·〉 23b 〈επειδή ο Θεός τον περιόρισε από παντού.〉 Θαύμασε και εδώ την ευλάβειά του: πώς επιθυμεί τον θάνατο και δεν τον βρίσκει, και όμως δεν τόλμησε να δώσει τέλος στη ζωή του. Αυτά τα λόγια δεν ανήκουν σε κάποιον που κατηγορεί, αλλά σε κάποιον που απορεί και δεν βρίσκει την αιτία. Όπως ο Χριστός, όταν είπε «καλό θα ήταν για εκείνον να μην είχε γεννηθεί», δεν φανέρωσε τίποτε άλλο παρά ότι τον περιμένουν δεινά και σκληρά βάσανα, έτσι και εδώ ο Ιώβ, λέγοντας «είθε να μην είχα γεννηθεί», δεν καταφέρεται εναντίον της δημιουργίας του Θεού, αλλά φανερώνει το μέγεθος της συμφοράς του. Γιατί λέει «είθε να μην είχα γεννηθεί»; Μήπως επειδή έπαθες κάτι άδικο; «Σε καμία περίπτωση», απαντά, «αλλά επειδή δεν αντέχω τη συμφορά.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες