Αὐτὴ δὲ ἠγαπήκει ἀλλοτρίους καί, ζῶντος ἐμοῦ τοῦ ἀνδρός, μοιχαλὶς χρηματίζει καὶ οὐ φοβεῖται γενομένη ἀνδρὶ ἑτέρῳ.» Τί δὲ ἄρα ὁ νυμφαγωγός, ὁ θεῖος καὶ μακάριος Παῦλος, ὅ τε ἀρχαῖος ἐκεῖνος καὶ ὁ νέος οὗτος, ὑφ᾽ ᾧ μεσίτῃ καὶ διδασκάλῳ τὸν μητρῷον οἶκον καταλιποῦσα τῷ Κυρίῳ συνήφθης; Ἆρα οὐκ ἂν εἴποι τῷ τοσούτῳ κακῷ περιπαθήσας ἑκάτερος· «Φόβος γὰρ ὃν ἐφοβούμην ἦλθέ μοι καὶ ὃν ἐδεδοίκειν συνήντησέ μοι· ἐγὼ μὲν γάρ σε ἡρμοσάμην ἑνὶ ἀνδρὶ παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ»;
Μετάφραση
«Αυτή όμως αγάπησε ξένους και, ενώ εγώ ο σύζυγός της ζω, λογίζεται μοιχαλίδα και δεν φοβάται που δόθηκε σε άλλον άνδρα.» Τι θα έλεγε άραγε ο νυμφαγωγός, ο θείος και μακάριος Παύλος, τόσο εκείνος ο αρχαίος όσο και τούτος ο νέος, υπό τη μεσιτεία και τη διδασκαλία του οποίου, αφού εγκατέλειψες τον μητρικό οίκο, ενώθηκες με τον Κύριο; Άραγε δεν θα έλεγε ο καθένας τους, συγκλονισμένος από ένα τόσο μεγάλο κακό: «Διότι ο φόβος που φοβόμουν με βρήκε και αυτό που έτρεμα με συνάντησε· επειδή εγώ σε αρραβώνιασα με έναν άνδρα, για να σε παραστήσω ως αγνή παρθένο στον Χριστό»;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες