Ἔχω μὲν οὕτω περὶ τούτων, καὶ ἔχοιμι, καὶ ὅς τις ἐμοὶ φίλος, — σέβειν θεὸν τὸν πατέρα, θεὸν τὸν υἱόν, θεὸν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τρεῖς ἰδιότητας, θεότητα μίαν, δόξῃ, καὶ τιμῇ, καὶ οὐσίᾳ, καὶ βασιλείᾳ μὴ μεριζομένην, ὥς τις τῶν μικρῷ πρόσθεν θεοφόρων ἐφιλοσόφησεν· ἢ μὴ ἴδοι ἑωσφόρον ἀνατέλλοντα, ὥς φησιν ἡ γραφή, μηδὲ δόξαν τῆς ἐκεῖθεν λαμπρότητος, ὅς τις οὐχ οὕτως ἔχει, ἢ συμφέρεται τοῖς καιροῖς, ἄλλοτε ἄλλος γινόμενος, καὶ περὶ τῶν μεγίστων σαθρῶς βουλευόμενος. εἰ μὲν γὰρ οὐδὲ προσκυνητόν, πῶς ἐμὲ θεοῖ διὰ τοῦ βαπτίσματος; εἰ δὲ προσκυνητόν, πῶς οὐ σεπτόν; εἰ δὲ σεπτόν, πῶς οὐ θεός; ἓν ἤρτηται τοῦ ἑνός, ἡ χρυσῆ τις ὄντως σειρὰ καὶ σωτήριος. καὶ παρὰ μὲν τοῦ πνεύματος ἡμῖν ἡ ἀναγέννησις· παρὰ δὲ τῆς ἀναγεννήσεως ἡ ἀνάπλασις· παρὰ δὲ τῆς ἀναπλάσεως ἡ ἐπίγνωσις τῆς ἀξίας τοῦ ἀναπλάσαντος.
Μετάφραση
Έτσι φρονώ γι' αυτά, και είθε έτσι να εξακολουθήσω να φρονώ, τόσο εγώ όσο και καθένας που είναι φίλος μου: να σέβομαι ως Θεό τον Πατέρα, Θεό τον Υιό, Θεό το Άγιο Πνεύμα, τρεις ιδιότητες, μία θεότητα, η οποία δεν μερίζεται ως προς τη δόξα, την τιμή, την ουσία και τη βασιλεία, όπως ακριβώς θεολόγησε κάποιος από τους θεοφόρους πατέρες λίγο παλαιότερα. Είθε να μη δει τον εωσφόρο να ανατέλλει, όπως λέει η Γραφή, ούτε τη δόξα της εκεί λαμπρότητας, όποιος δεν πιστεύει κατ' αυτόν τον τρόπο, ή όποιος προσαρμόζεται στις περιστάσεις των καιρών, γινόμενος άλλοτε άλλος, και σκεπτόμενος με σαθρότητα για τα πιο σπουδαία ζητήματα. Διότι, εάν μεν δεν είναι προσκυνητό, πώς με θεώνει διά του βαπτίσματος; Εάν πάλι είναι προσκυνητό, πώς δεν είναι σεπτό; Και εάν είναι σεπτό, πώς δεν είναι Θεός; Το ένα εξαρτάται από το άλλο, αποτελώντας όντως μία χρυσή και σωτήρια αλυσίδα. Και από το Πνεύμα προέρχεται σε εμάς η αναγέννηση· από την αναγέννηση προκύπτει η ανάπλαση· και από την ανάπλαση πηγάζει η επίγνωση της αξίας Εκείνου που μας ανάπλασε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες