Διὸ καὶ αὐτὸς ἔλεγε· Καὶ νουθετοῦσί με ἐλάχιστοι, οὓς οὐκ ἀξίους ἡγησάμην κυνῶν τῶν ἐμῶν νομάδων. Πόσων τοῦτο θανάτων οὐ χεῖρον; Ἀλλὰ τοσούτῳ κλύδωνι πάντοθεν βαλλόμενος, καὶ πάντοθεν αἰρομένου τοῦ χειμῶνος χαλεποῦ, συννεφείας, ζάλης, σκηπτῶν, ἰλίγγων, στροβίλων, ἔμενεν αὐτὸς ἀκλινὴς, καθάπερ ἐν γαλήνῃ καθήμενος τῷ κλύδωνι τῷ τοσούτῳ, τῷ οὕτω χαλεπῷ, καὶ οὐκ ἐγόγγυσε· καὶ ταῦτα πρὸ τῆς χάριτος, πρὶν ἢ περὶ ἀναστάσεώς τι λεχθῆναι, πρὶν ἢ περὶ γεέννης καὶ κολάσεως καὶ τιμωρίας.
Μετάφραση
Γι' αυτό και ο ίδιος έλεγε: «Και με νουθετούν οι πιο ασήμαντοι, αυτούς που δεν θεώρησα άξιους ούτε για τους σκύλους των κοπαδιών μου». Από πόσους θανάτους δεν είναι χειρότερο αυτό; Αλλά, μολονότι βαλλόταν από παντού από τέτοιο κλύδωνα, και ενώ από παντού σηκωνόταν βαρύς χειμώνας, καταχνιά, θύελλα, κεραυνοί, δίνες και ανεμοστρόβιλοι, εκείνος παρέμενε ακλόνητος, σαν να βρισκόταν σε γαλήνη μέσα σε έναν τόσο μεγάλο και τόσο σκληρό κλύδωνα, και δεν γόγγυσε. Και αυτά, μάλιστα, πριν από την εποχή της χάριτος, πριν ειπωθεί οτιδήποτε περί αναστάσεως, πριν καν γίνει λόγος περί γεέννης, κολάσεως και τιμωρίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες