Τὰ γὰρ ὄντα αὐτῷ ἅπαντα ἀθρόον ἀνηρπάζετο· οἰκέται, παῖδες κατεχώννυντο βιαίῳ καὶ ἀώρῳ θανάτῳ, ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ τοῦ συμποσίου κατασφαγέντες, οὐ μαχαίρᾳ καὶ ξίφει, ἀλλὰ πνεύματι πονηρῷ τὴν οἰκίαν κατασείσαντι. Καὶ γυνὴ μετὰ ταῦτα ὥπλιζε τὰ ἑαυτῆς μηχανήματα, καὶ τῷ δικαίῳ προσῆγε· καὶ οἰκέται, καὶ φίλοι, οἱ μὲν ἐνέπτυον εἰς τὸ πρόσωπον, ὥς φησιν αὐτός· Ἀπὸ γὰρ προσώπου μου οὐκ ἐφείσαντο πτυέλου· οἱ δὲ ἐπέβαινον, καὶ τῆς οἰκίας ἐξεβάλλετο πάσης, καὶ ἐνδιαίτημα αὐτῷ ἦν ἡ κοπρία λοιπὸν, καὶ πηγαὶ σκωλήκων ἔβρυον, πάντοθεν καὶ αἵματι καὶ ἰχῶρι κατεῤῥεῖτο ὁ ἀδάμας, καὶ λαβὼν ὄστρακον ἔξεε τοὺς ἰχῶρας, δήμιος αὐτὸς ἑαυτῷ γινόμενος· καὶ ὀδύναι ἐπάλληλοι, καὶ βάσανοι ἀκαρτέρητοι, καὶ νὺξ ἡμέρας χαλεπωτέρα, καὶ ἡμέρα νυκτὸς φρικωδεστέρα, ὥς φησιν· Ὡς ἂν κοιμηθῶ, λέγω, Πότε ἡμέρα; ὡς δ᾽ ἂν ἀναστῶ, λέγω πάλιν, Πότε ἑσπέρα; πλήρης δὲ γίνομαι ὀδυνῶν ἀπὸ ἑσπέρας μέχρι πρωΐ. Καὶ πάντα κρημνοὶ, καὶ σκόπελοι, καὶ ὁ μὲν παρακαλῶν οὐδεὶς, οἱ δὲ ἐπεμβαίνοντες μυρίοι· ἀλλ᾽ ὅμως ἐν χειμῶνι τοσούτῳ καὶ κύμασιν ὄντως ἀφορήτοις ἔστη πρὸς πάντα γενναῖος καὶ ἀπερίτρεπτος· τὸ δὲ αἴτιον τούτων τοῦτο ἦν, ὅπερ ἔφην, ὅτι ὅταν ἐπλούτει, προσεδόκα πενίαν· ὅτε ὑγίαινε, νόσον ἀνέμενεν· ὅτε παίδων τοσούτων πατὴρ ἐγένετο, καὶ ἄπαις ἀθρόον ἤλπιζεν ἔσεσθαι.
Μετάφραση
Διότι όλα τα υπάρχοντά του αρπάχτηκαν ξαφνικά· υπηρέτες και παιδιά καταπλακώθηκαν βρίσκοντας βίαιο και άωρο θάνατο, έχοντας κατασφαγεί την ώρα του τραπεζιού και του συμποσίου, όχι με μαχαίρι και ξίφος, αλλά από πονηρό πνεύμα που συγκλόνισε συθέμελα το σπίτι. Και η γυναίκα του έπειτα όπλιζε τις δικές της μηχανορραφίες, και τις έστρεφε εναντίον του δικαίου· ακόμη και οι υπηρέτες και οι φίλοι του, άλλοι μεν έφτυναν το πρόσωπό του, όπως λέει ο ίδιος: «Διότι δεν δίστασαν να ρίξουν φτύσμα στο πρόσωπό μου»· άλλοι δε τον ποδοπατούσαν, και εκδιώχθηκε από ολόκληρο το σπίτι του, και στο εξής κατοικία του ήταν η κοπριά, και πηγές από σκουλήκια ανέβλυζαν, και από παντού έρρεε αίμα και πύον από εκείνον τον αδάμαντα, και παίρνοντας ένα όστρακο έξυνε τις πληγές του, γινόμενος ο ίδιος δήμιος του εαυτού του. Και οι οδύνες ήταν αλλεπάλληλες, και τα βάσανα ανυπόφορα, και η νύχτα ήταν χειρότερη από την ημέρα, και η ημέρα πιο φρικτή από τη νύχτα, όπως λέει: «Όταν πλαγιάζω, λέω: "Πότε θα γίνει ημέρα;" και όταν σηκώνομαι, πάλι λέω: "Πότε θα έρθει το βράδυ;" Και γεμίζω από οδύνες από το βράδυ μέχρι το πρωί». Και όλα γύρω του ήταν γκρεμοί και σκόπελοι, και δεν υπήρχε κανείς να τον παρηγορήσει, ενώ εκείνοι που του επιτίθονταν ήταν αμέτρητοι. Αλλά παρ' όλα αυτά, μέσα σε τέτοια θύελλα και σε κύματα όντως αβάσταχτα, στάθηκε απέναντι σε όλα γενναίος και ακλόνητος. Και η αιτία για όλα αυτά ήταν τούτη, όπως ανέφερα: ότι όταν πλούτιζε, προσδοκούσε τη φτώχεια· όταν ήταν υγιής, περίμενε την ασθένεια· και όταν έγινε πατέρας τόσων παιδιών, ανέμενε ότι θα μπορούσε ξαφνικά να μείνει άτεκνος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες