εἶτα λέγει τὴν συμφορὰν καὶ ἐπαίρει πάλιν καὶ ἐκτραγῳδεῖ, ὅτι ὁ θεὸς τοῦτο ἐποίησεν· 30,13b 〈ἐξέδυσε γάρ,〉 φησίν, 〈μὲ τὴν στολήν μου.〉 30,14a 〈βέλεσιν αὐτοῦ κατηκόντισέ με,〉 14b 〈κέχρηται δέ μοι, ὡς ἐβούλετο· ἐν ὀδύναις πέφυρμαι.〉 30,15a 〈ἐπιστρέφονται δέ μου αἱ ὀδύναι,〉 15b 〈ᾤχετό μου δὲ ἡ ἐλπὶς ὥσπερ πνεῦμα,〉 15c 〈καὶ ὥσπερ νέφος ἡ σωτηρία μου παρῆλθεν.〉 30,16a 〈καὶ νῦν ἐπ᾽ ἐμὲ ἐκχυθήσεται ἡ ψυχή μου,〉 16b 〈ἔχουσι δέ με ἡμέραι ὀδυνῶν,〉 30,17a 〈νυκτὸς δέ μου τὰ ὀστᾶ συνέθλασαν〉 17b 〈καὶ τὰ νεῦρά μου διαλέλυται.〉 30,18a 〈πολλῇ ἰσχύι ἐπελάβετό μου τῆς στολῆς·〉 18b 〈ὥσπερ τὸ περιστόμιον τοῦ χιτῶνός μου περιέσχε με.〉 30,19a 〈ἥγηται δέ με ἴσα πηλῷ,〉 19b 〈ἐν γῇ καὶ σποδῷ ἡ μερίς μου.〉 30,20a 〈κέκραγα δὲ πρὸς σέ, καὶ οὐκ εἰσακούεις μου.〉 20b 〈ἔστησαν καὶ κατενόησάν μοι,〉 30,21a 〈ἐπέβησαν δέ μοι ἀνελεημόνως,〉 21b 〈χειρὶ κραταιᾷ μεμαστίγωμαι.〉 30,22a 〈ἔταξας δέ με ἐν ὀδύναις〉 22b 〈καὶ ἀπέρριψάς με ἀπὸ σωτηρίας.〉 30,23a 〈οἶδα γάρ, ὅτι θάνατός με ἐκτρίψει·〉 23b 〈οἰκία γὰρ παντὶ θνητῷ γῆ.〉 30,24a 〈εἰ γὰρ ὄφελον,〉 φησίν, 〈ἠδυνάμην ἐμαυτὸν χειρώσασθαι〉 24b 〈ἢ δεηθῆναί με ἑτέρου καὶ ποιήσει μοι τοῦτο.〉 ὁρᾷς, ὅτι τὸ ἠδυνάμην οὐ δι᾽ ἀσθένειαν λέγει, ἀλλὰ διὰ τὸ κεκωλῦσθαι; 30,25a 〈ἐγὼ δὲ ἐπὶ παντὶ ἀδυνάτῳ ἔκλαυσα.〉 οὐ μικρὸν καὶ τοῦτο, ἀγαπητέ,—ἀλλ᾽ εἰδείης τι εἰπεῖν καὶ ἐκείνου μεῖζον;—τὸ συμπαθητικὴν ἔχειν διάνοιαν. 30,25b 〈ἐστέναξα δὲ ἰδὼν ἄνδρα ἐν ἀνάγκαις.〉 «καίτοι ἐν πλούτῳ ὢν οὐδὲν τοιοῦτον ἐποίησα· οὐκ ἐφήσθην», φησίν, «ταῖς ἀλλοτρίαις συμφοραῖς, ὅπερ πάσχω νῦν.» 30,26a 〈καὶ ἐπεῖχον ἐγὼ ἐν ἀγαθοῖς,〉 26b 〈καὶ ἰδοὺ συνήντησάν μοι μᾶλλον ἡμέραι κακῶν.〉 30,27a 〈ἡ κοιλία μου ἐξέζεσε καὶ οὐ σιωπήσεται,〉 27b 〈προέφθασαν δέ με ἡμέραι πτωχείας.〉 30,28a 〈στένων πεπόρευμαι ἄνευ φιμοῦ,〉 28b 〈ἕστηκα δὲ ἐν ἐκκλησίᾳ κεκραγώς.〉 30,29a 〈ἀδελφὸς γέγονα σειρήνων,〉 29b 〈ἑταῖρος δὲ στρουθῶν.〉 ἡ γὰρ ὑπερβολὴ τῶν κατειληφότων αὐτὸν δεινῶν ἠνάγκαζε θρηνεῖν καὶ ἀποδύρεσθαι. «
Μετάφραση
Έπειτα αναφέρει τη συμφορά και την εξαίρει πάλι και την τραγικοποιεί, λέγοντας ότι ο Θεός το έκανε αυτό: 30,13b 〈Διότι με απογύμνωσε,〉 λέγει, 〈από τη στολή μου.〉 30,14a 〈Με τα βέλη του με κατατόξευσε,〉 14b 〈και με μεταχειρίστηκε όπως ήθελε· μέσα σε οδύνες έχω κατακλυστεί.〉 30,15a 〈Επιστρέφουν δε οι οδύνες μου,〉 15b 〈και χάθηκε η ελπίδα μου σαν άνεμος,〉 15c 〈και σαν σύννεφο η σωτηρία μου παρήλθε.〉 30,16a 〈Και τώρα πάνω μου θα εκχυθεί η ψυχή μου,〉 16b 〈και με κατέχουν ημέρες οδυνών,〉 30,17a 〈τη νύχτα δε συνέτριψαν τα οστά μου〉 17b 〈και τα νεύρα μου έχουν διαλυθεί.〉 30,18a 〈Με πολλή ισχύ άρπαξε τη στολή μου·〉 18b 〈σαν το περιλαίμιο του χιτώνα μου με περισφίγγει.〉 30,19a 〈Με θεώρησε ίσο με τον πηλό,〉 19b 〈σε χώμα και στάχτη είναι το μερίδιό μου.〉 30,20a 〈Και έχω κραυγάσει προς εσένα, και δεν με εισακούς.〉 20b 〈Στάθηκαν και με περιεργάστηκαν,〉 30,21a 〈μου επιτέθηκαν ανηλεώς,〉 21b 〈με κραταιό χέρι έχω μαστιγωθεί.〉 30,22a 〈Με έθεσες σε οδύνες〉 22b 〈και με απέρριψες από τη σωτηρία.〉 30,23a 〈Διότι γνωρίζω ότι ο θάνατος θα με εξολοθρεύσει·〉 23b 〈επειδή για κάθε θνητό το σπίτι του είναι η γη.〉 30,24a 〈Μακάρι,〉 λέγει, 〈να μπορούσα να σκοτώσω ο ίδιος τον εαυτό μου〉 24b 〈ή να παρακαλέσω κάποιον άλλον και να μου το κάνει αυτό.〉 Βλέπεις ότι το «μπορούσα» δεν το λέει λόγω αδυναμίας, αλλά λόγω του ότι εμποδίζεται; 30,25a 〈Εγώ όμως για κάθε ανήμπορο έκλαψα.〉 Δεν είναι μικρό και αυτό, αγαπητέ, —αλλά θα μπορούσες να πεις κάτι μεγαλύτερο και από αυτό;— το να έχει κανείς συμπονετική διάνοια. 30,25b 〈Και στέναξα όταν είδα άνθρωπο σε ανάγκες.〉 «Αν και βρισκόμουν σε πλούτο δεν έπραξα τίποτα τέτοιο· δεν χάρηκα», λέγει, «με τις συμφορές των άλλων, όπως αυτές που υφίσταμαι εγώ τώρα.» 30,26a 〈Και ενώ εγώ στήριζα την ελπίδα μου στα αγαθά,〉 26b 〈ιδού, με συνάντησαν μάλλον ημέρες κακών.〉 30,27a 〈Τα σπλάχνα μου έβρασαν και δεν θα σιωπήσουν,〉 27b 〈και με πρόλαβαν ημέρες φτώχειας.〉 30,28a 〈Στενάζοντας έχω πορευθεί χωρίς φίμωτρο,〉 28b 〈και στάθηκα μέσα σε συνέλευση κραυγάζοντας.〉 30,29a 〈Αδελφός έγινα των σειρήνων,〉 29b 〈και σύντροφος των στρουθών.〉 Διότι η υπερβολή των δεινών που τον είχαν βρει τον ανάγκαζε να θρηνεί και να οδύρεται. «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες