Πῶς οὖν ὁ τὰ τοιαῦτα ἐνεργεῖν μέλλων, δακρύων ἄξιον τὸ συμβὰν ἔκρινεν; Ἢ δῆλον, ὅτι πανταχόθεν ἡμῶν τὸ ἀσθενὲς ὑπερείδων, μέτροις τισὶ καὶ ὅροις τὰ ἀναγκαῖα περιέλαβε πάθη· τὸ μὲν ἀσυμπαθὲς ὡς θηριῶδες ἐκκλίνων, τὸ δὲ φιλόλυπον καὶ πολύθρηνον ὡς ἀγεννὲς παραιτούμενος. Ὁ δὲ Ἰὼβ, τί; μὴ ἀδαμάντινος ἦν τὴν καρδίαν; μὴ ἐκ λίθου ἦν αὐτῷ πεποιημένα τὰ σπλάγχνα; Ἔπεσον αὐτῷ δέκα παῖδες ἐν βραχείᾳ καιροῦ ῥοπῇ, μιᾷ πληγῇ συντριβέντες, καὶ ἐν τῷ οἴκῳ τῆς θυμηδίας, ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἀπολαύσεως, ἐπικατασείσαντος αὐτοῖς τοῦ διαβόλου τὸ οἴκημα. Εἶδε τράπεζαν αἵματι μεμιγμένην· εἶδε παῖδας διαφόρως μὲν κατὰ τὸν χρόνον ἀποτεχθέντας, κοινῇ δὲ ὑπεξελθόντας τοῦ βίου τὸ τέλος. Καὶ οὐκ ᾤμωξεν, οὐ κατετίλατο κόμην, οὐκ ἀφῆκέ τινα φωνὴν ἀγεννῆ, ἀλλὰ τὴν ἀοίδιμον ἐκείνην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνυμνουμένην εὐχαριστίαν ἀπεφθέγξατο· Ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο· ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτως καὶ ἐγένετο· εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον. Μὴ ἀσυμπαθὴς ὁ ἄνθρωπος; Καὶ πῶς; ὅς γε περὶ ἑαυτοῦ λέγει· Ἐγὼ ἔκλαυσα ἐπὶ παντὶ θλιβομένῳ. Ἀλλὰ ἆρα μὴ ἐψεύδετο ταῦτα λέγων;
Μετάφραση
Πώς, λοιπόν, αυτός που επρόκειτο να ενεργήσει τέτοια πράγματα, έκρινε το συμβάν άξιο δακρύων; Ή είναι φανερό ότι, στηρίζοντας από παντού την αδυναμία μας, περιέκλεισε τα αναγκαία πάθη με κάποια μέτρα και όρια· αποφεύγοντας αφενός την αναλγησία ως θηριώδη, και απορρίπτοντας αφετέρου την υπερβολική λύπη και τους πολλούς θρήνους ως αγενή συμπεριφορά. Ο δε Ιώβ, τι; Μήπως η καρδιά του ήταν αδαμάντινη; Μήπως τα σπλάχνα του ήταν φτιαγμένα από πέτρα; Χάθηκαν δέκα παιδιά του σε μια σύντομη χρονική στιγμή, συντριμμένα με ένα χτύπημα, και μάλιστα μέσα στο σπίτι της χαράς, την ώρα της απόλαυσης, καθώς ο διάβολος καταγκρέμισε το οίκημα πάνω τους. Είδε τραπέζι ανακατεμένο με αίμα· είδε παιδιά που γεννήθηκαν σε διαφορετικούς χρόνους, αλλά βρήκαν από κοινού το τέλος του βίου. Και δεν θρήνησε γοερά, δεν ξερίζωσε τα μαλλιά του, δεν έβγαλε καμία αγενή φωνή, αλλά εξέφρασε εκείνη την περίφημη και από όλους υμνούμενη ευχαριστία: «Ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος αφαίρεσε· όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε· ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο». Μήπως ο άνθρωπος ήταν ασυμπαθής; Και πώς; Αφού ο ίδιος λέει για τον εαυτό του: «Εγώ έκλαψα για κάθε θλιμμένο». Αλλά άραγε μήπως έλεγε ψέματα όταν τα έλεγε αυτά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες