οὐδὲ βουλόμενος ἡσυχάσαι δύναμαι», φησίν, «ἕστηκα δὲ ἐν ἐκκλησίᾳ κεκραγὼς οὐδένα τῶν παρόντων αἰδούμενος οὐδὲ αἰσχυνόμενος πλῆθος συνόδου.» τοῦτο δὲ ἀπὸ τοῦ μεγέθους γίνεται τῆς συμφορᾶς. «εἰς τὴν τῶν ὀρνίθων θηριωδίαν ἐξέπεσον», φησίν· «ἠγνόησα τὴν φύσιν τὴν οἰκείαν, οὐδὲν ἐκείνων ἄμεινον διάκειμαι.» τοῦτο καὶ ὁ Δαυίδ φησιν· ὡμοιώθην πελεκᾶνι ἐρημικῷ, ἐγενήθην ὡσεὶ νυκτικόραξ ἐν οἰκοπέδῳ. 30,30a 〈τὸ δὲ δέρμα μου,〉 φησίν, 〈μεμελάνωται μεγάλως,〉 30b 〈τὰ δὲ ὀστᾶ μου ἀπὸ καύματος συνεφρύγη.〉 30,31a 〈ἀπέβη δὲ εἰς πένθος ἡ κιθάρα μου,〉 31b 〈ὁ δὲ ψαλμός μου εἰς κλαυθμὸν ἐμοί.〉 ὅρα καὶ ὄψιν ἀηδῆ τινα καὶ ἀποτρόπαιον, ἅπαν ἀπηνθισμένον αὐτῷ τὸ κάλλος. τὰ δὲ ὀστᾶ μου, φησίν, ἀπὸ καύματος συνεφρύγη, ἤτοι ἀπὸ τῆς συμφορᾶς, ἤτοι ἀπὸ τοῦ αἴθριος εἶναι διὰ παντός. ποικίλη καὶ πολύτροπος ἡ συμφορά, παντοδαπὰ τὰ δεινά. ἀπέβη εἰς πένθος ἡ κιθάρα μου, ὁ δὲ ψαλμός μου εἰς κλαυθμὸν ἐμοί. ἄρα καὶ κιθάρᾳ ἐκέχρητο. «ἀλλ᾽ οὐκέτι μοι μελῳδίας ἐστὶν ὑπόθεσις τὸ ὄργανον, ἀλλὰ τῶν ἐναντίων. μείζων ἡ συμφορά, ὅταν τῇ αὐτῇ πρὸς τὰ ἐναντία κέχρημαι. ὑπόμνησίς μοι τὸ ὄργανον τῆς παλαιᾶς εὐπραγίας γίνεται.» τῇ γὰρ μουσικῇ ἐχρῶντο οἱ παλαιοὶ ψάλλοντες.
Μετάφραση
«Ούτε και αν το επιθυμώ μπορώ να ησυχάσω», αναφέρει, «αλλά στέκομαι μέσα στη σύναξη και κραυγάζω, χωρίς να αισθάνομαι συστολή για κανέναν από τους παρόντες ούτε να ντρέπομαι το πλήθος της συνελεύσεως.» Αυτό δε συμβαίνει εξαιτίας του μεγέθους της συμφοράς. «Ξέπεσα στη θηριωδία των ορνέων», λέει· «αγνόησα τη δική μου φύση, και δεν βρίσκομαι σε καθόλου καλύτερη κατάσταση από εκείνα.» Αυτό λέει και ο Δαβίδ: Ομοιώθηκα με πελεκάνο της ερήμου, έγινα σαν τον νυκτικόρακα μέσα στα ερείπια. «Το δέρμα μου», λέει, «μαύρισε υπερβολικά, και τα οστά μου καταφρύχθηκαν από τον καύσωνα.» «Μετατράπηκε σε πένθος η κιθάρα μου, και ο ψαλμός μου σε κλαυθμό για μένα.» Παρατήρησε εδώ και μία όψη αποκρουστική και αποτρόπαιη, καθώς έχει πλέον μαραθεί όλη η ομορφιά του. «Τα οστά μου», αναφέρει, «καταφρύχθηκαν από τον καύσωνα», είτε εξαιτίας της συμφοράς, είτε επειδή βρισκόταν διαρκώς στο ύπαιθρο. Ποικίλη και πολύτροπη ήταν η συμφορά, κάθε λογής τα δεινά. «Μετατράπηκε σε πένθος η κιθάρα μου, και ο ψαλμός μου σε κλαυθμό για μένα.» Άρα, λοιπόν, χρησιμοποιούσε και κιθάρα. «Όμως το όργανο δεν αποτελεί πλέον για εμένα αφορμή για μελωδία, αλλά για τα εντελώς αντίθετα. Η συμφορά γίνεται μεγαλύτερη, όταν χρησιμοποιώ το ίδιο μέσο για τους αντίθετους σκοπούς. Το όργανο καταντά για εμένα υπενθύμιση της παλαιάς μου ευημερίας.» Διότι οι παλαιοί χρησιμοποιούσαν τη μουσική όταν έψαλλαν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες