πένητες, ἀπόλιδες, ἀνέστιοι, οὔτε ἀπὸ κοσμικῆς εὐημερίας ἔχοντες μέγα φρονεῖν οὔτε ἀπὸ ἀρετῆς τῆς κατὰ ψυχήν. 30,9a 〈νυνὶ δέ,〉 φησίν, 〈κιθάρα αὐτῶν ἐγώ εἰμι,〉 9b 〈καὶ ἐμὲ θρύλημα ἔχουσιν.〉 30,10a 〈ἐβδελύξαντό με ἀποστάντες μακράν,〉 10b 〈ἀπὸ δὲ προσώπου μου οὐκ ἐφείσαντο πτυέλου.〉 30,11a 〈ἀνοίξας φαρέτραν αὐτοῦ ἐκάκωσέ με〉 11b 〈καὶ χαλινὸν ἐπὶ πρόσωπόν μου ἐξαπέστειλεν.〉 30,12a 〈ἐπὶ δὲ δεξιῶν τοῦ βλαστοῦ μου ἐπανέστησαν,〉 12b 〈πόδα αὐτοῦ ἐξέτεινε〉 12c 〈καὶ ὡδοποίησεν ἐπ᾽ ἐμὲ τρίβους ἀπωλείας αὐτῶν.〉 30,13a 〈ἐξετρίβησαν τρίβοι μου.〉 ὁρᾷς, τίνα ἐστὶ τὰ μάλιστα αὐτὸν λυποῦντα; τὸ παρὰ τοιούτων σκώπτεσθαι ἐπὶ βλάβῃ τῇ ἐκείνων. «κλέπται», φησίν, «καὶ πονηροὶ καὶ μιαροὶ ἄνδρες καὶ παράνομοι μελέτημα καὶ θρύλημα ἡμᾶς ἐποιήσαντο.»
Μετάφραση
Φτωχοί, απάτριδες, ανέστιοι, που δεν έχουν να υπερηφανεύονται ούτε για κοσμική ευημερία ούτε για αρετή της ψυχής. «Τώρα όμως», λέγει, «είμαι εγώ η κιθάρα τους, και με έχουν κάνει θρύλημα. Με αποστράφηκαν με βδελυγμία απομακρυνόμενοι, και δεν δίστασαν να φτύσουν το πρόσωπό μου. Ανοίγοντας τη φαρέτρα του με κακοποίησε και έβαλε χαλινάρι στο πρόσωπό μου. Στα δεξιά του βλαστού μου επαναστάτησαν, εξέτεινε το πόδι του και άνοιξε εναντίον μου οδούς της απώλειάς τους. Καταστράφηκαν οι οδοί μου». Βλέπεις ποια είναι αυτά που τον λυπούν περισσότερο; Το να χλευάζεται από τέτοιους ανθρώπους προς βλάβη εκείνων. «Κλέφτες», λέγει, «και πονηροί και μιαροί και παράνομοι άνδρες μας έκαναν αντικείμενο ενασχόλησης και θρύλημα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες