προϊὼν δὲ καὶ τὸ τούτου μεῖζόν φησιν, ὅτι οὐδὲ οἱ ὀφθαλμοὶ ἔπαθόν τι τοιοῦτον. 31,7c 〈καὶ εἰ ἐν ταῖς χερσί μου ἡψάμην δώρων,〉— καὶ τὸν θεὸν μάρτυρα καλεῖ καὶ ἐπαρᾶται ἑαυτῷ. 31,8a 〈σπείραιμι,〉 φησίν, 〈καὶ ἄλλοι φάγονται〉 8b 〈ἄρριζός τε γενοίμην ἐπὶ τῆς γῆς.〉 31,9a 〈εἰ ἐξηκολούθησεν ἡ καρδία μου γυναικὶ ἀνδρὸς ἑτέρου,〉 9b 〈εἰ δὲ καὶ ἐγκάθετος ἐγενόμην ἐπὶ θύραις αὐτῆς,〉 31,10a 〈ἀρέσαι ἄρα καὶ ἡ γυνή μου ἄλλῳ,〉 10b 〈τὰ δὲ νήπιά μου ταπεινωθείη.〉 οὐκ εἶπεν· “ὁ ὀφθαλμός μου”, ἀλλ᾽ “οὐδὲ ἡ καρδία μου”. «οὐδὲ τὴν διάνοιάν μου», φησίν, «εἴασα διαφθαρῆναί ποτε, μή τί γε τὸ σῶμα.» ὅπερ φησὶν ὁ Χριστός· ὁ ἐμβλέψας γυναικὶ πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. 31,11a 〈θυμὸς γὰρ ὀργῆς ἀκάθεκτος〉 11b 〈τὸ μιᾶναι ἀνδρὸς γυναῖκα.〉 31,12a 〈πῦρ γὰρ ἔσται καιόμενον ἐκ πάντων τῶν μερῶν·〉 12b 〈οὗ δ᾽ ἂν εἰσέλθῃ, ἐκ ῥιζῶν ἀπώλεσεν.〉 τίνος δὲ ἕνεκεν καὶ τὴν τιμωρίαν ἐξηγεῖται; «ᾔδειν», φησίν, «τῆς ἀδικίας τὸ μέγεθος, ἐπεσκεψάμην ἀκριβῶς τῆς ἐπηρείας τὴν ὑπερβολήν.» ὅπερ εἰ καὶ ἡμεῖς ἐπάσχομεν, οὐκ ἂν ἡμάρτομεν. ὁ πλεονέκτης, εἰ τὴν ὀδύνην καὶ τὴν τηκεδόνα τοῦ πένητος ᾔδει τοῦ πλεονεκτουμένου, οὐκ ἂν ἐποίησεν, ὅπερ ἐποίησεν, ἀλλ᾽ εἰ καὶ ὁ τοῦ θεοῦ φόβος αὐτὸν μὴ κατεῖχεν, ὁ τῆς φύσεως ἂν ἐπέκαμψεν ἔλεος. ἀλλ᾽ οἶδε μέν, οὐκ οἶδε δὲ ὥσπερ ὁ πάσχων αὐτός. «
Μετάφραση
Προχωρώντας δε, λέγει και κάτι μεγαλύτερο από αυτό, ότι δηλαδή ούτε τα μάτια έπαθαν κάτι τέτοιο. 31,7c 〈και εάν με τα χέρια μου άγγιξα δώρα (δωροδοκίες),〉— και καλεί τον Θεό ως μάρτυρα και καταράται τον εαυτό του. 31,8a 〈Ας σπείρω,〉 λέγει, 〈και άλλοι ας τα φάνε,〉 8b 〈και ας γίνω ξεριζωμένος πάνω στη γη.〉 31,9a 〈Εάν η καρδιά μου ακολούθησε γυναίκα άλλου ανδρός,〉 9b 〈και εάν παραμόνεψα κρυφά στις θύρες της,〉 31,10a 〈τότε να αρέσει και η γυναίκα μου σε άλλον,〉 10b 〈και τα νήπιά μου να ταπεινωθούν.〉 Δεν είπε: «το μάτι μου», αλλά «ούτε η καρδιά μου». «Ούτε τη διάνοιά μου», λέγει, «δεν άφησα ποτέ να διαφθαρεί, πόσο μάλλον το σώμα.» Ακριβώς αυτό που λέγει ο Χριστός: «Όποιος βλέπει γυναίκα με σκοπό να την επιθυμήσει, έχει ήδη διαπράξει μοιχεία μαζί της μέσα στην καρδιά του». 31,11a 〈Διότι είναι ακάθεκτος θυμός οργής〉 11b 〈το να μιάνει κανείς τη γυναίκα ενός ανδρός.〉 31,12a 〈Διότι θα είναι φωτιά που καίει από όλα τα μέρη·〉 12b 〈και όπου εισέλθει, καταστρέφει από τις ρίζες.〉 Για ποιον λόγο όμως εξηγεί και την τιμωρία; «Γνώριζα», λέγει, «το μέγεθος της αδικίας, και εξέτασα με ακρίβεια την υπερβολή της βλάβης.» Πράγμα το οποίο, εάν το βιώναμε κι εμείς, δεν θα αμαρτάναμε. Ο πλεονέκτης, εάν γνώριζε την οδύνη και τον μαρασμό του φτωχού που υφίσταται την πλεονεξία, δεν θα έπραττε αυτό που έπραξε, αλλά ακόμη κι αν δεν τον συγκρατούσε ο φόβος του Θεού, θα τον είχε κάμψει η φυσική ευσπλαχνία. Αλλά το γνωρίζει μεν, δεν το γνωρίζει όμως όπως ο ίδιος που το πάσχει. «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες