εὔδηλον, ὅτι καὶ ταῦτα δι᾽ ἐκεῖνον· χήρας δὲ τὸν ὀφθαλμὸν οὐκ ἐξέτηξα, ὑπερορῶν καὶ παρατρέχων καὶ ἐν θρήνοις ἐῶν εἶναι. 31,17a 〈εἰ δὲ καὶ τὸν ψωμόν μου ἔφαγον,〉 φησίν, 〈μόνος〉 17b 〈καὶ οὐχὶ μετέδωκα ὀρφανῷ ἐξ αὐτοῦ〉 31,18a 〈καὶ ἐκ νεότητός μου ἐξέτρεφον ὡς πατὴρ〉 18b 〈καὶ ἐκ γαστρὸς μητρὸς ὡδήγησα,〉 31,19 〈εἰ δὲ καὶ ὑπερεῖδον γυμνὸν ἀπολλύμενον καὶ οὐκ ἠμφίασα,〉 31,20a 〈ἀδύνατοι δὲ εἰ μὴ ηὐλόγουν με,〉 20b 〈ἀπὸ δὲ κουρᾶς ἀμνῶν μου ἐθερμάνθησαν οἱ ὦμοι αὐτῶν,〉 〈31,21a 〈εἰ δὲ καὶ ἐπῆρα ὀρφανῷ χεῖρα〉 21b 〈πεποιθώς,〉 ὅτι πολλή μοι βοήθεια πάρεστιν,〉 31,22a 〈ἀποσταίη ἄρα ἀπὸ τῆς κλειδός μου ὁ ὦμός μου,〉 22b 〈ὁ δὲ βραχίων μου ἀπὸ τοῦ ἀγκῶνος συντριβείη.〉 31,23a 〈φόβος γὰρ κυρίου συνεῖχέ με,〉 23b 〈καὶ ἀπὸ τοῦ λήμματος αὐτοῦ οὐχ ὑποίσω.〉 31,24a 〈εἰ ἔταξα χρυσίον εἰς χοῦν μου,〉 24b 〈εἰ δὲ καὶ λίθῳ πολυτελεῖ ἐπεποίθησα,〉 31,25a 〈εἰ δὲ καὶ ηὐφράνθην πολλοῦ πλούτου γενομένου μοι〉 25b 〈καὶ εἰ ἐπ᾽ ἀναριθμήτοις ἐθέμην χεῖρά μου.〉 καίτοι ποῖον τοῦτο ἁμάρτημα; ὁρᾷς αὐτὸν οὐ προσδεδεμένον χρήμασιν; ὅρα φιλοσοφοῦντα καὶ μετὰ ἀληθείας ἐπεσκεμμένον τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων τὸ ἐπίκηρον, τὸ πρόσκαιρον καὶ βραχὺ καὶ εὐπαρόδευτον. εἶτα πάλιν καθαιρεῖ αὐτοῦ τὸ ἐγκώμιον. ἵνα γὰρ μὴ δόξῃ μέγα τι ποιεῖν, ὅρα τί φησιν· 31,26a 〈ἦ οὐχ ὁρῶμεν ἥλιον τὸν ἐπιφαύσκοντα ἐκλείποντα,〉 26b 〈σελήνην δὲ φθίνουσαν;
Μετάφραση
Είναι ολοφάνερο ότι και αυτά γίνονταν για εκείνον· το μάτι της χήρας δεν το έκανα να λιώσει από το κλάμα, παραβλέποντάς την, προσπερνώντας την και αφήνοντάς την να θρηνεί. «Αν έφαγα το ψωμί μου», λέει, «μόνος μου και δεν έδωσα από αυτό μερίδιο στο ορφανό, και αν από τη νεότητά μου το ανέτρεφα ως πατέρας, και από την κοιλιά της μητέρας του το καθοδηγούσα· και αν περιφρόνησα γυμνό που χανόταν και δεν τον έντυσα, και οι αδύνατοι αν δεν με ευλογούσαν, επειδή από το κούρεμα των προβάτων μου ζεστάθηκαν οι ώμοι τους· και αν σήκωσα χέρι απέναντι σε ορφανό, έχοντας την πεποίθηση ότι έχω δίπλα μου άφθονη βοήθεια, τότε ας αποσπαστεί ο ώμος μου από την κλείδα μου, και ο βραχίονας μου ας συντριβεί από τον αγκώνα. Διότι ο φόβος του Κυρίου με συνείχε, και απέναντι στο μεγαλείο Του δεν θα μπορούσα να σταθώ. Αν έθεσα το χρυσάφι ως δύναμή μου, και αν στήριξα την πεποίθησή μου σε πολύτιμο λίθο, και αν ευφράνθηκα επειδή απέκτησα πολύ πλούτο, και αν έβαλα το χέρι μου σε αναρίθμητα αγαθά.» Και όμως, τι είδους αμάρτημα είναι αυτό; Τον βλέπεις ότι δεν είναι προσκολλημένος στα χρήματα; Δες τον να φιλοσοφεί και να εξετάζει σύμφωνα με την αλήθεια το φθαρτό των ανθρώπινων πραγμάτων, το πρόσκαιρο, το σύντομο και το παροδικό. Έπειτα, πάλι μετριάζει τον ίδιο του τον έπαινο. Διότι, για να μη φανεί ότι κατορθώνει κάτι σπουδαίο, δες τι λέει: «Μήπως δεν βλέπουμε τον ήλιο που ανατέλλει να εκλείπει, και τη σελήνη να φθίνει;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες