ὅσην τοίνυν οἱ πένητες νῦν ποιοῦνται σπουδὴν διενοχλοῦντες τοὺς ὀφείλοντας καὶ δυναμένους χεῖρα ὀρέξαι, τοσαύτην ἐκεῖνος ἐτίθετο τότε διενοχλῶν τοὺς ὀφείλοντας εὖ παθεῖν. 31,35a 〈τίς δῴη μοι,〉 φησίν, 〈ἀκούοντά μου;〉 35b 〈χεῖρα δὲ κυρίου εἰ μὴ ἐδεδοίκειν,〉 35c 〈συγγραφὴν δέ, ἣν εἶχον κατά τινος,〉 31,36 〈ἐπ᾽ ὤμοις περιθέμενος ὡς στέφανον ἀνεγίνωσκον,〉 31,37a 〈καὶ εἰ μὴ ῥήξας αὐτὴν ἀπέδωκα〉 37b 〈οὐδὲν λαβὼν παρὰ χρεωφειλέτου μου,〉 31,38a 〈εἰ ἐπ᾽ ἐμοί ποτε ἡ γῆ ἐστέναξεν,〉 38b 〈εἰ δὲ καὶ οἱ αὔλακες αὐτῆς ἔκλαυσαν ὁμοθυμαδόν,〉 31,39a 〈εἰ τὴν ἰσχὺν αὐτῆς ἔφαγον ἄνευ τιμῆς μόνος,〉 39b 〈εἰ δὲ καὶ ψυχὴν κυρίου τῆς γῆς ἐκβαλὼν ἐλύπησα,〉 31,40a 〈ἀντὶ πυροῦ ἐξέλθοι μοι κνίδη,〉 40b 〈ἀντὶ δὲ κριθῆς βάτος.〉 «ὁμωρόφιον», φησίν, «ἐποιούμην ἕκαστον τῶν δεομένων, τῆς στέγης κοινωνεῖν παρεῖχον οὐχ ἁπλῶς ἐπ᾽ ἀγορᾶς †ὁρῶν†. κοινὴν ἐκεκτήμην τὴν οἰκίαν, κοινὴν τὴν τράπεζαν, ἅπαντα κοινά. οἰκονόμος τις εἶναι ἐνόμιζον τῶν ἐν χρείᾳ καθεστηκότων, οὐκ ἐμὰ τὰ ἐμὰ ἡγούμενος, ἀλλὰ δεσποτικὰ τὰ ἐμά. ὁ κύριος ἔδωκεν, οὐκοῦν διανεμέσθω τοῖς συνδούλοις.» σιτομέτριον ἦν· οὐ γὰρ ἐθεράπευεν αὐτοὺς ὑποδεχόμενος μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐφόδια τῆς μετὰ ταῦτα πενίας παρεῖχεν, ὥστε μὴ τῇ παρούσῃ μόνον ἡσθῆναι παραμυθίᾳ, ἀλλὰ καὶ τῇ τῶν μελλόντων ἐλπίδι τρυφᾶν. ἡμεῖς δὲ αὐτοὺς καὶ προϊσταμένους ἀπελαύνομεν.
Μετάφραση
Όση λοιπόν προσπάθεια καταβάλλουν τώρα οι φτωχοί ενοχλώντας εκείνους που οφείλουν και έχουν τη δυνατότητα να τους απλώσουν το χέρι, τόση προσπάθεια κατέβαλλε εκείνος τότε αναζητώντας με επιμονή αυτούς που έπρεπε να ευεργετηθούν. «Είθε να μου έδινε κάποιος», λέγει, «έναν άνθρωπο να με ακούσει· εάν δεν είχα φοβηθεί το χέρι του Κυρίου, και το χρεωστικό γραμμάτιο που είχα εναντίον κάποιου, εάν δεν το έβαζα στους ώμους μου σαν στεφάνι για να το διαβάσω, και αν δεν το έσκιζα και το επέστρεφα χωρίς να λάβω τίποτα από τον οφειλέτη μου· αν ποτέ η γη στέναξε εξαιτίας μου, και αν τα αυλάκια της έκλαψαν όλα μαζί· αν έφαγα τη σοδειά της μόνος μου χωρίς να την πληρώσω, και αν έδιωξα και λύπησα την ψυχή του ιδιοκτήτη της γης, τότε αντί για σιτάρι ας μου φυτρώσει τσουκνίδα, και αντί για κριθάρι, αγκάθια». «Τον κάθε άπορο», προσθέτει, «τον έκανα ομόστεγό μου, του πρόσφερα μερίδιο από τη στέγη μου, και δεν περιοριζόμουν απλώς στο να τον βλέπω στην αγορά. Είχα το σπίτι κοινό για όλους, κοινό το τραπέζι, τα πάντα κοινά. Θεωρούσα τον εαυτό μου ως έναν οικονόμο αυτών που βρίσκονταν σε ανάγκη, μη θεωρώντας τα υπάρχοντά μου ως δικά μου, αλλά ως ιδιοκτησία του Δεσπότη. Ο Κύριος τα έδωσε, επομένως ας διανεμηθούν στους συνδούλους». Υπήρχε τακτική διανομή τροφίμων· διότι δεν τους περιποιούνταν μόνο προσφέροντάς τους φιλοξενία, αλλά τους παρείχε και εφόδια για τις μελλοντικές τους στερήσεις, ώστε να μη χαίρονται μόνο με την παρούσα παρηγοριά, αλλά να ευφραίνονται και με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών. Εμείς όμως τους διώχνουμε μακριά, ακόμη και όταν στέκονται ικετευτικά μπροστά μας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες