Μή μοι γένοιτο, μήτε πλουτεῖν, τούτων ἀπορουμένων· μήτε εὐεκτεῖν, εἰ μὴ βοηθοίην τοῖς τούτων τραύμασι· μὴ τροφῆς ἱκανῶς ἔχειν, μὴ σκέπης, μὴ ὑπὸ στέγην ἀναπαύεσθαι, εἰ μὴ καὶ ἄρτον ὀρέξαιμι, καὶ μεταδοίην ἐσθῆτος εἰς δύναμιν, καὶ ὑπὸ στέγην ἀναπαύσαιμι. Ἀλλ᾽ ἤτοι πάντα ἀποθετέον Χριστῷ, ἵνα γνησίως ἀκολουθήσωμεν αὐτῷ, τὸν σταυρὸν ἀράμενοι, καὶ ἀναπτῶμεν ὡς κοῦφοι πρὸς τὸν ἄνω κόσμον, καὶ εὐσταλεῖς ὑπὸ μηδενὸς καθελκόμενοι, καὶ κερδήσωμεν ἀντὶ πάντων Χριστὸν, διὰ ταπείνωσιν ὑψωθέντες, καὶ διὰ πενίαν πλουτήσαντες· ἢ Χριστῷ τὰ ὄντα συμμεριστέον, ἵνα πως καὶ τὸ ἔχειν, διὰ τοῦ καλῶς ἔχειν, ἁγιασθῇ, καὶ τοῦ κοινωνεῖν τοῖς μὴ ἔχουσιν. Εἰ δὲ καὶ σπείραιμι ἐμαυτῷ μόνῳ, σπείραιμι ἄρα, καὶ ἄλλοι φάγοιεν· καὶ ἵνα πάλιν εἴπω τὸ τοῦ Ἰώβ· Ἀντὶ πυροῦ ἐξέλθοι μοι κνίδη, ἀντὶ δὲ κριθῆς βάτος· καύσων δὲ ἄνεμος ὑπολάβοι, καὶ ὑφέλοιτο λαῖλαψ τοὺς ἐμοὺς πόνους, ἵνα εἰς κενὸν κοπιάσαιμι. Εἰ δὲ καὶ ἀποθήκας οἰκοδομήσαιμι ἐκ τῶν μαμωνᾶ θησαυρίζων, καὶ μαμωνᾷ, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχὴν ἀπαιτηθείην, λόγον ὑφέξων, ὧν κακῶς ἐθησαύρισα.
Μετάφραση
Ας μη μου συμβεί ποτέ ούτε να πλουτίζω, ενώ αυτοί στερούνται· ούτε να χαίρω υγείας, εάν δεν βοηθώ στα τραύματά τους· ούτε να έχω επαρκή τροφή, ούτε σκέπη, ούτε να αναπαύομαι κάτω από στέγη, εάν δεν τους προσφέρω άρτο, και δεν τους δώσω ένδυμα ανάλογα με τη δύναμή μου, και δεν τους αναπαύσω κάτω από στέγη. Αλλά, είτε πρέπει όλα να τα εναποθέσουμε στον Χριστό, ώστε να τον ακολουθήσουμε γνησίως, σηκώνοντας τον σταυρό, και να πετάξουμε ανάλαφροι προς τον άνω κόσμο, ανεμπόδιστοι και χωρίς να ελκόμαστε προς τα κάτω από τίποτα, και να κερδίσουμε αντί για τα πάντα τον Χριστό, υψωμένοι διά της ταπεινώσεως και πλουτισμένοι διά της πενίας· είτε πρέπει να μοιραστούμε τα υπάρχοντά μας με τον Χριστό, ώστε με κάποιον τρόπο και η ιδιοκτησία να αγιαστεί, μέσω της ορθής διαχείρισής της και της μετάδοσής της σε εκείνους που δεν έχουν. Εάν όμως σπείρω μόνο για τον εαυτό μου, τότε ας σπείρω, και ας φάνε άλλοι· και για να επαναλάβω τα λόγια του Ιώβ: Αντί για σιτάρι ας μου φυτρώσει τσουκνίδα, και αντί για κριθάρι βάτος· καύσωνας δε ας παρασύρει και λαίλαπα ας αρπάξει τους κόπους μου, ώστε να έχω κοπιάσει μάταια. Εάν δε οικοδομήσω και αποθήκες θησαυρίζοντας τον πλούτο του μαμωνά, και χάριν του μαμωνά, αυτήν τη νύχτα ας ζητηθεί η ψυχή μου, ώστε να δώσω λόγο για όσα κακώς θησαύρισα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες