οὐκ εἶπεν· «εἰ ἐγέλασα», ἀλλ᾽ «εἰ ἐπορεύθην μετὰ τούτων». «οὐδὲ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ», φησίν, «ἐκοινώνησα.» καίτοι ποῖος τοῦτο ἀπηγόρευσε νόμος; εἰ δὲ καὶ ἐσπούδασεν εἰς δόλον ὁ πούς μου. «οὐκ ἔχει τις εἰπεῖν», φησίν, «ὅτι ῥαθυμίαν μὲν καὶ διάχυσιν καὶ τὸν ὑγρὸν τοῦτον οὐκ ἐδίωκον βίον, κατεσκληκὼς δὲ ὢν καὶ κατεστυμμένος ἐπὶ τὰς διαφερούσας ἐκείνῳ τῷ βίῳ κακίας κατέπεσον, πονηρίαν λέγω καὶ δόλον, ἀλλ᾽ ἑκατέρας ὁμοίως τῆς πονηρίας ἀπέστην μακράν. 31,6a 〈ἵσταμαι γὰρ ἐν ζυγῷ δικαίῳ.〉 »τοσαύτης ἀκριβείας ὁ βίος μου μετέχει καὶ ἐν τοῖς μικροῖς, ὅσης δικαιοσύνης τὰ ζυγά, οὐδὲ τὸ μικρότατόν μοι παρημέληται. τούτων οὐκ ἄνθρωπον καλῶ μάρτυρα«, φησίν, »τὸν καὶ χαρίσασθαι δυνάμενον, τὸν καὶ ἀγνοοῦντα πολλά, ἀλλὰ τὸν καὶ τὰ ἀπόρρητα μετὰ ἀκριβείας ἐπιστάμενον ἅπαντα θεόν, ὃν οὐδὲν δύναται τῶν ἡμετέρων λαθεῖν.» 31,6b 〈οἶδε δὲ ὁ κύριος,〉 φησίν, 〈τὴν ἀκακίαν μου.〉 31,7a 〈εἰ ἐξέκλινεν ὁ πούς μου ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ,〉 7b 〈εἰ δὲ καὶ τῷ ὀφθαλμῷ μου ἐπηκολούθησεν ἡ καρδία μου.〉 ἔτι τοῦτο μικρόν, μέγα μὲν οὖν ὡς ἐν ἐκείνοις τοῖς χρόνοις, τάχα δὲ καὶ ὡς ἐν τοῖς παροῦσιν. τὸ μὲν γὰρ μηδὲ ἐπιθυμῆσαι μέγα, καὶ τούτου δὲ οὐκ ἔλαττον τὸ δεξαμένους τὴν ἐπιθυμίαν μὴ προσθεῖναι τὴν πρᾶξιν.
Μετάφραση
Δεν είπε: «αν γέλασα», αλλά «αν συμπορεύθηκα με αυτούς». «Ούτε καν στην ίδια οδό», λέει, «δεν βάδισα μαζί τους». Αν και ποιος νόμος το απαγόρευσε αυτό; «αν δε και το πόδι μου έσπευσε σε δόλο». «Δεν μπορεί κανείς να πει», λέει, «ότι, ενώ δεν επιδίωξα τη ραθυμία και την ακολασία και αυτόν τον έκλυτο βίο, όντας ωστόσο σκληρός και αυστηρός εξέπεσα στις κακίες που διαφέρουν από εκείνον τον βίο, εννοώ την πονηρία και τον δόλο· αντιθέτως, στάθηκα εξίσου μακριά και από τα δύο είδη της κακίας. 31,6α 〈Γιατί στέκομαι σε δίκαιη ζυγαριά.〉 Τόσο μεγάλη ακρίβεια διαθέτει ο βίος μου ακόμη και στα μικρά πράγματα, όση δικαιοσύνη έχουν οι ζυγαριές, και ούτε το ελάχιστο δεν έχω παραμελήσει. Γι' αυτά δεν καλώ ως μάρτυρα άνθρωπο», λέει, «ο οποίος και χάρη μπορεί να κάνει και αγνοεί πολλά, αλλά τον Θεό, ο οποίος γνωρίζει με ακρίβεια όλα τα απόρρητα και από τον οποίο τίποτα δικό μας δεν μπορεί να μείνει κρυφό». 31,6β 〈Και γνωρίζει ο Κύριος,〉 λέει, 〈την ακακία μου.〉 31,7α 〈Αν το πόδι μου ξέκλινε από την οδό του,〉 7β 〈και αν η καρδιά μου ακολούθησε το μάτι μου.〉 Είναι άραγε αυτό μικρό; Απεναντίας, είναι μεγάλο για εκείνα τα χρόνια, ίσως δε και για τα σημερινά. Διότι το να μην επιθυμήσει κανείς καθόλου είναι σπουδαίο, αλλά εξίσου σπουδαίο με αυτό είναι, αφού δεχθεί την επιθυμία, να μην προχωρήσει στην πράξη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες