καὶ ὅρα, οὐ λέγει, ὅπερ ἐδίδου, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἀνάγκῃ συγκρύπτει τὰ κατορθώματα, περιστέλλει τὰ ἐγκώμια. οὐκ ἐξῆλθεν, φησίν, τὴν θύραν μου κόλπῳ κενῷ. χεῖρα δὲ κυρίου εἰ μὴ ἐδεδοίκειν. «οὐχ ἁπλῶς ταῦτα ἐποίουν, ἀλλὰ πρὸς τὸν θεὸν ὁρῶν, οὐχὶ φύσει», φησίν, «ἁπλῶς ἐλεήμων ὤν, ἀλλὰ διὰ τὸν τοῦ θεοῦ φόβον. οὐκ ἔχει τις εἰπεῖν, ὅτι ταῦτα μὲν κατώρθουν, ἐπαιρόμενος δὲ ἤμην καὶ ἐθάρρουν, ἀλλ᾽ ὥσπερ οἱ συνειδότες ἑαυτοῖς ἁμαρτήματα οὕτως ἀεὶ τὸν θεὸν ἐφοβούμην καὶ ἔτρεμον.» «πᾶσαν συγγραφὴν ἄδικον διέσπασα. οὐκ ἐκαλλωπιζόμην, ἀλλὰ διέρρησσον τὴν συγγραφὴν»—τὸ δὲ περιθέμενος ἐπ᾽ ὤμων αἰνίττεταί τινας ταῖς ἀλλοτρίαις ἐγκαλλωπιζομένους συμφοραῖς— «καὶ οὐχ ἁπλῶς ἀπεδίδουν, ἀλλὰ πρότερον ποιῶν ἐξησθενημένην τῷ διαρρῆξαι. πᾶσαν», φησίν, «συγγραφὴν ἄδικον διέσπασα.» εἰ δὲ καὶ ἐπ᾽ ἐμοί ποτε ἡ γῆ ἐστέναξεν ἢ οἱ αὔλακες αὐτῆς ἔκλαυσαν ὁμοθυμαδόν. καὶ μὴν οὔτε στενάζει ἡ γῆ οὔτε κλαίει. τί οὖν φησιν; οὐχ ὡς ἐκείνης στεναζούσης, ἀλλ᾽ ὡς ἐν ταῖς ἀδικίαις καὶ τῶν ἀψύχων αἰσθανομένων, ὥσπερ καὶ ὁ προφήτης φησίν· ἡ γῆ ἐξέστη καὶ ἔφριξεν. στενάζει δὲ ἡ γῆ, ὅταν ἀδικῶμεν αὐτῆς τοὺς καρπούς. 31,40c 〈καὶ ἐπαύσατο,〉 φησίν, 〈Ἰὼβ ῥήμασιν,〉 32,1a 〈ἡσύχασαν δὲ καὶ οἱ τρεῖς φίλοι αὐτοῦ.〉 πρὸς ταῦτα οὐδὲν εἶπον ἐκεῖνοι.
Μετάφραση
Και πρόσεξε, δεν λέει τι ακριβώς έδινε, αλλά ακόμη και σε αυτήν την ανάγκη αποκρύπτει τα κατορθώματα, περιορίζει τα εγκώμια. Δεν βγήκε, λέει, από την πόρτα μου με άδειο τον κόρφο. Εάν δεν είχα φοβηθεί το χέρι του Κυρίου. «Δεν τα έκανα αυτά έτσι απλά, αλλά αποβλέποντας στον Θεό, όχι επειδή ήμουν», λέει, «από τη φύση μου απλώς ελεήμων, αλλά εξαιτίας του φόβου του Θεού. Κανείς δεν μπορεί να πει, ότι αυτά μεν τα κατόρθωνα, ενώ ταυτόχρονα υπερηφανευόμουν και αποκτούσα θράσος, αλλά, όπως εκείνοι που έχουν επίγνωση των δικών τους αμαρτιών, έτσι πάντοτε φοβόμουν και έτρεμα τον Θεό». «Κάθε άδικο χρεωστικό έγγραφο το έσκισα. Δεν καυχιόμουν, αλλά έσκιζα το έγγραφο» —το δε «το έβαλα στους ώμους μου» υπαινίσσεται κάποιους που περηφανεύονται με τις συμφορές των άλλων— «και δεν τα επέστρεφα απλώς, αλλά πρώτα τα καθιστούσα ανίσχυρα σκίζοντάς τα. Κάθε», λέει, «άδικο συμβόλαιο το έσκισα». Εάν δε ποτέ η γη στέναξε εναντίον μου ή τα αυλάκια της έκλαψαν ομόφωνα. Και βέβαια ούτε στενάζει η γη ούτε κλαίει. Τι λέει λοιπόν; Όχι ότι εκείνη στενάζει πραγματικά, αλλά με την έννοια ότι στις αδικίες συναισθάνονται και τα άψυχα, όπως λέει και ο προφήτης: η γη εξεπλάγη και έφριξε. Και στενάζει η γη, όταν αδικούμε τους καρπούς της. 31,40c 〈Και έπαυσε〉, λέει, 〈ο Ιώβ τα λόγια,〉 32,1a 〈ησύχασαν δε και οι τρεις φίλοι του.〉 Ως προς αυτά, εκείνοι δεν είπαν τίποτε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες