τοῦτο δὲ ἀπὸ τοῦ ζήλου τοῦ πρὸς τὸν θεὸν ἔπασχεν, τὸ οὕτω πυρωθῆναι. 32,20 〈λαλήσω,〉 φησίν, 〈ἵνα ἀναπαύσωμαι ἀνοίξας τὰ χείλη μου.〉 32,21a 〈ἄνθρωπον οὐ μὴ αἰσχυνθῶ,〉 21b 〈ἀλλὰ μὴν οὐδὲ βροτὸν οὐ μὴ ἐντραπῶ.〉 32,22a 〈οὐ γὰρ ἐπίσταμαι θαυμάσαι πρόσωπον.〉 τοῦτο ἐκείνους αἰνίττεται, ὅτι διὰ τοῦτο ἐσίγησαν αἰσχυνθέντες αὐτόν. 32,22b 〈εἰ δὲ μή, καὶ ἐμέ,〉 φησίν, 〈σῆτες ἔδονται.〉 ὥσπερ τοὺς προσωπολήπτας, καὶ μάλιστα, ὅταν ὁ θεὸς ἐν τῷ μέσῳ ᾖ καὶ ἀνθρώπους μᾶλλον τιμῶμεν. 33,1a 〈οὐ μὴν δέ,〉 φησίν, 〈ἀλλ᾽ ἄκουσον, Ἰώβ, τὰ ῥήματά μου〉 1b 〈καὶ τὴν λαλιάν μου ἐνωτίζου.〉 33,2a 〈ἰδοὺ γὰρ ἤνοιξα τὸ στόμα μου,〉 〈2b 〈καὶ ἐλάλησεν ἡ γλῶσσά μου〉 ἐν τῷ λάρυγγί μου.〉 33,3a 〈καθαρά μου ἡ καρδία ἐν ῥήμασιν,〉 3b 〈σύνεσις δὲ χειλέων μου καθαρὰ νοήσει.〉 τουτέστιν· «οὐκ ἀπὸ βασκανίας οὐδὲ ἀπὸ φθόνου ταῦτα φθέγγομαι.» ὥστε, εἰ καὶ τὰ αὐτὰ εἶπον οἱ τρεῖς φίλοι ἅπερ οὗτος, ἀλλ᾽ ἴσως οὐ μετὰ τῆς αὐτῆς γνώμης οὐδὲ ὑπὲρ τοῦ θεοῦ, ἐπεὶ καὶ ὁ Ἰούδας καὶ οἱ ἕνδεκα τὰ αὐτὰ ἐφθέγξαντο περὶ τοῦ ἀλαβάστρου, ἀλλ᾽ οὐ μετὰ τῆς αὐτῆς γνώμης. ὥστε μὴ τὰ ῥήματα ἐξετάζωμεν, ἀλλὰ τὴν διάνοιαν, μεθ᾽ ἧς ἔλεγεν ἕκαστος. πῶς; οἱ μὲν αὐτὸν καταβαλεῖν βουλόμενοι, ὁ δὲ τοὐναντίον.
Μετάφραση
Αυτό δε το ένιωθε από τον ζήλο του για τον Θεό, το να φλέγεται δηλαδή με αυτόν τον τρόπο. «Θα μιλήσω», λέει, «για να αναπαυθώ, ανοίγοντας τα χείλη μου». «Δεν θα ντραπώ άνθρωπο, ούτε και θα δειλιάσω μπροστά σε θνητό». «Διότι δεν γνωρίζω να προσωποληπτώ». Με αυτό υπονοεί εκείνους, ότι δηλαδή γι' αυτό σιώπησαν, επειδή τον ντράπηκαν. «Ειδάλλως, και εμένα», λέει, «οι σκόροι θα με καταφάγουν». Όπως ακριβώς τους προσωπολήπτες, και μάλιστα όταν ο Θεός βρίσκεται στο μέσο και εμείς τιμούμε περισσότερο τους ανθρώπους. «Όμως», λέει, «άκουσε, Ιώβ, τα λόγια μου και δώσε προσοχή στην ομιλία μου». «Διότι, ιδού, άνοιξα το στόμα μου, και μίλησε η γλώσσα μου μέσα στον λάρυγγά μου». «Καθαρή είναι η καρδιά μου στα λόγια της, και η σύνεση των χειλέων μου καθαρά θα εννοήσει». Τουτέστιν: «Δεν τα λέω αυτά από κακεντρέχεια ούτε από φθόνο». Ώστε, αν και οι τρεις φίλοι είπαν τα ίδια ακριβώς με αυτόν, όμως ίσως όχι με την ίδια πρόθεση ούτε προς υπεράσπιση του Θεού, επειδή και ο Ιούδας και οι έντεκα είπαν τα ίδια λόγια για το αλάβαστρο, αλλά όχι με την ίδια πρόθεση. Επομένως, ας μην εξετάζουμε μόνο τα λόγια, αλλά τη διάνοια με την οποία μιλούσε ο καθένας. Πώς δηλαδή; Οι μεν επειδή ήθελαν να τον καταβάλουν, αυτός δε το αντίθετο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες