τὸ μὲν γὰρ δικαιῶσαι ἑαυτὸν οὐδὲν μέγα, τὸ δὲ ὡς πρὸς τὸν θεὸν δικαζόμενον τοῦτο ποιῆσαι, τοῦτο ἄτοπον. μὴ δικαιοῦ, γάρ φησιν, σεαυτὸν ἔναντι κυρίου. καὶ μὴν καὶ οὗτοι διὰ τοῦτο ὠργίζοντο καὶ ἔλεγον· μὴ γὰρ ἔσται βροτὸς δίκαιος ἔναντι κυρίου; τί οὖν οὗτος πλέον ἔσχεν; καὶ γὰρ καὶ ἐκεῖνοι τὸ αὐτὸ ἐνεκάλουν. εἰ δὲ τοῦτο ἀληθές, ἐσχάτης ἀσεβείας τοῦ Ἰώβ, εἰ τοῦ θεοῦ δικαιότερον ἑαυτὸν ἐνόμισεν εἶναι. τί οὖν ἐγένετο; οὐχὶ τοῦτο ἐνόμιζεν. τοῦτο μὲν γὰρ ὑπέλαβεν Ἐλιοῦς, ἀλλ᾽ οὐχὶ τοιαύτῃ γνώμῃ ὁ Ἰὼβ εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δικαιότερός ἐστι τοῦ θεοῦ, ἀλλ᾽ ὅτι ταῦτα μὲν αὐτῷ πέπρακτο. οὐ μὴν ἀδικίαν ἐνεκάλει τῷ θεῷ, ὁ δὲ Ἐλιοῦς τοῦτο ὑπέλαβεν. ἐκείνοις δὲ δικαίως ἐνεκάλει προδεδωκόσι τοῦ θεοῦ τὸ μέρος καὶ ἠρνημένοις. 32,4a 〈Ἐλιοῦς δέ,〉 φησίν, 〈ὑπέμεινε δοῦναι ἀπόκρισιν τῷ Ἰώβ,〉 4b 〈ὅτι πρεσβύτεροι αὐτοῦ εἰσιν ἡμέραις.〉 32,5a 〈καὶ εἶδεν Ἐλιοῦς, ὅτι οὐκ ἔστιν ἀπόκρισις〉 5b 〈ἐν τῷ στόματι τῶν τριῶν ἀνδρῶν,〉 5c 〈καὶ ἐθυμώθη ὀργὴ αὐτοῦ.〉 καλῶς εἶπεν· ὑπέμεινεν, δεικνύς, ὅτι ὠργίζετο μέν, οὐκ ἐτόλμα δὲ οὐδὲν εἰπεῖν, ἕως ἂν πάντα κενώσῃ ὁ Ἰώβ.
Μετάφραση
Διότι το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του δεν είναι κάτι το σπουδαίο· το να το κάνει όμως αυτό αντιδικώντας με τον Θεό, αυτό είναι παράλογο. Διότι λέγει: «Μη δικαιώνεις τον εαυτό σου ενώπιον του Κυρίου». Και πράγματι, και αυτοί γι' αυτόν τον λόγο οργίζονταν και έλεγαν: «Μήπως είναι δυνατόν ο θνητός άνθρωπος να είναι δίκαιος ενώπιον του Κυρίου;». Τι περισσότερο λοιπόν είχε αυτός; Διότι και εκείνοι την ίδια κατηγορία προσήπταν. Αν όμως αυτό ήταν αλήθεια, θα αποτελούσε έσχατη ασέβεια εκ μέρους του Ιώβ το να θεωρήσει τον εαυτό του δικαιότερο από τον Θεό. Τι συνέβη λοιπόν; Δεν θεωρούσε κάτι τέτοιο. Διότι αυτό μεν το υπέθεσε ο Ελιού, όμως ο Ιώβ δεν μίλησε με τέτοιο φρόνημα, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι δικαιότερος από τον Θεό, αλλά ότι αυτά [τα έργα δικαιοσύνης] τα είχε πράγματι εκτελέσει. Σε καμία περίπτωση δεν κατηγορούσε τον Θεό για αδικία, ο Ελιού όμως αυτό εξέλαβε. Εκείνους δε τους κατηγορούσε δικαίως, επειδή είχαν προδώσει το μέρος του Θεού και το είχαν απαρνηθεί. 32,4a 〈Ο δε Ελιού,〉 λέγει, 〈περίμενε για να δώσει απάντηση στον Ιώβ,〉 4b 〈διότι ήταν μεγαλύτεροί του στην ηλικία.〉 32,5a 〈Και είδε ο Ελιού ότι δεν υπάρχει απάντηση〉 5b 〈στο στόμα των τριών ανδρών,〉 5c 〈και εξάφθηκε η οργή του.〉 Πολύ ορθά είπε: «περίμενε» [υπέμεινεν], δεικνύοντας ότι, αν και οργιζόταν, δεν τολμούσε να πει τίποτα, έως ότου να αδειάσει όλα όσα είχε μέσα του ο Ιώβ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες