δίδαξόν με,〉 φησίν, 〈τί ἐροῦμεν αὐτῷ,〉 19b 〈καὶ παυσόμεθα πολλὰ λέγοντες.〉 τουτέστιν· «διὰ τί ταῦτα γέγονεν; μὴ δυνάμεθα αὐτὸν ἐρωτῆσαι; οὐδὲν λέγω», φησίν, «ἂν ταῦτα μόνον δυνηθῶμεν μαθεῖν.» 37,20a 〈μὴ βίβλος,〉 φησίν, 〈ἢ γραμματεύς μοι παρέστηκεν,〉 20b 〈ἵνα ἄνθρωπον ἑστὼς κατασιωπήσω;〉 «μὴ γὰρ ἀπὸ βιβλίου», φησίν, «ταῦτα λέγομεν πρὸς αὐτόν; μὴ γὰρ ἄνθρωπός ἐστιν; οὐχ ὁρᾷς ἀντὶ γραμμάτων τὴν δημιουργίαν πᾶσαν πανταχοῦ βοῶσαν;» «κατασιωπήσω», φησίν, «ἄνθρωπον; ἀλλ᾽ ἀντιφθέγγεται ἡ κτίσις πανταχοῦ γῆς οὔσης καὶ φαινομένης. φέρω γράμματα κατηγορίας, ἀλλ᾽ αὐτὸς φέρει τὴν οἰκουμένην ἅπασαν, ὥστε οὐκ ἦν», φησίν, «ἀπὸ ῥημάτων διαλεχθῆναι πρὸς τὸν θεὸν οὐδ᾽ ἀντιφθέγξασθαι ταῦτα πάντα.» οὕτω λοιπὸν ὁ θεὸς ὅρα πῶς εὐκαίρως ἐπεισῆλθεν προοδοποιήσαντος τοῦ δούλου καὶ περὶ τῆς σοφίας αὐτοῦ διαλεχθέντος καὶ καταστείλαντος· 38,1 〈μετὰ δὲ τὸ παύσασθαι,〉 φησίν, 〈Ἐλιοῦν τῆς διαλέξεως εἶπεν ὁ κύριος τῷ Ἰὼβ διὰ λαίλαπος καὶ νέφους.〉 ἐμοὶ δοκεῖ νέφος ἐπιστῆσαι τῷ δικαίῳ τότε ἐκείνῳ ὥστε αὐτοῦ διαναστῆσαι τὴν διάνοιαν καὶ πεῖσαι, ὅτι ἄνωθεν αὕτη φέρεται ἡ φωνὴ καθάπερ 〈ἐπὶ〉 τοῦ ἱλαστηρίου 〈τοῦ〉 ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ. ἐπειδὴ γὰρ σύμβολον οὐρανοῦ νέφος, ὡσανεὶ αὐτὸν ἐπιστῆσαι βουλόμενος τὸν οὐρανὸν τῷ Ἰὼβ οἱονεὶ τὸν θρόνον αὐτὸν ἤγαγε πλησίον αὐτοῦ.
Μετάφραση
«Δίδαξέ με», λέει, «τι θα του πούμε, και θα σταματήσουμε να λέμε πολλά». Δηλαδή: «Γιατί έγιναν αυτά; Μήπως μπορούμε να τον ρωτήσουμε; Δεν λέω τίποτα», λέει, «αν μπορέσουμε να μάθουμε μόνο αυτά». «Μήπως κάποιο βιβλίο», λέει, «ή κάποιος γραμματέας στάθηκε δίπλα μου, ώστε να αποστομώσω άνθρωπο;». «Διότι μήπως μέσα από βιβλίο», λέει, «του τα λέμε αυτά; Μήπως είναι άνθρωπος; Δεν βλέπεις αντί για γράμματα ολόκληρη τη δημιουργία να βοά παντού;». «Να αποστομώσω», λέει, «άνθρωπο; Όμως η κτίση αντιμιλά παντού, σε όλη την υπάρχουσα και ορατή γη. Φέρω εγώ γραπτή κατηγορία, αλλά Αυτός φέρει ολόκληρη την οικουμένη, ώστε δεν ήταν δυνατόν», λέει, «να διαλεχθεί κανείς με τον Θεό χρησιμοποιώντας λόγια, ούτε να του αντιτάξει όλα αυτά». Δες λοιπόν πώς ο Θεός παρενέβη τόσο επίκαιρα, αφού πρώτα ο δούλος Του άνοιξε τον δρόμο, μίλησε για τη σοφία Του και κατεύνασε την κατάσταση: «Και αφού σταμάτησε», λέει, «ο Ελιού τη συζήτηση, μίλησε ο Κύριος στον Ιώβ μέσα από θύελλα και σύννεφο». Μου φαίνεται ότι τότε τοποθέτησε το σύννεφο πάνω από τον δίκαιο εκείνο, ώστε να αφυπνίσει τη διάνοιά του και να τον πείσει ότι η φωνή αυτή προέρχεται από ψηλά, όπως ακριβώς γινόταν στο ιλαστήριο πάνω στην κιβωτό. Επειδή δηλαδή το σύννεφο αποτελεί σύμβολο του ουρανού, σαν να ήθελε να τοποθετήσει τον ίδιο τον ουρανό πάνω από τον Ιώβ, έφερε τρόπον τινά τον ίδιο τον θρόνο Του κοντά του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες