Ἐὰν δὲ ἕτερον σῶμα τῆς γῆς ἐμβριθέστερον ὑποθῇ κωλύειν τὴν γῆν πρὸς τὸ κάτω χωρεῖν, ἐνθυμηθήσῃ κἀκεῖνο ὁμοίου τινὸς δεῖσθαι τοῦ στέγοντος καὶ μὴ ἐῶντος αὐτὸ καταπίπτειν. Κἄν τι δυνηθῶμεν ἐκείνῳ συμπλάσαντες ὑποθεῖναι, τὸ ἐκείνου πάλιν ἀντέρεισμα ὁ νοῦς ἡμῶν ἐπιζητήσει, καὶ οὕτως εἰς ἄπειρον ἐκπεσούμεθα, τοῖς ἀεὶ εὑρισκομένοις βάθροις ἕτερα πάλιν ἐπινοοῦντες. Καὶ ὅσῳ ἐπὶ πλεῖον τῷ λόγῳ προΐεμεν, τοσούτῳ μείζονα τὴν συνερειστικὴν ἀναγκαζόμεθα δύναμιν ὑπεισάγειν, ἣ πρὸς ὅλον ὁμοῦ δυνήσεται τὸ ὑπερκείμενον ἀντιβαίνειν. Διὰ τοῦτο ὅρους ἐπίθες τῇ διανοίᾳ, μήποτέ σου τῆς πολυπραγμοσύνης ὁ τοῦ Ἰὼβ λόγος καθάψηται περισκοποῦντος τὰ ἀκατάληπτα, καὶ ἐρωτηθῇς παρ᾽ αὐτοῦ καὶ σὺ, Ἐπὶ τίνος οἱ κρίκοι αὐτῆς πεπήγασιν. Ἀλλὰ κἄν ποτε ἐν ψαλμοῖς ἀκούσῃς· Ἐγὼ ἐστερέωσα τοὺς στύλους αὐτῆς· τὴν συνεκτικὴν αὐτῆς δύναμιν στύλους εἰρῆσθαι νόμισον. Τὸ γὰρ, Ἐπὶ θαλασσῶν ἐθεμελίωσεν αὐτὴν, τί δηλοῖ, ἢ τὸ πάντοθεν περικεχύσθαι τῇ γῇ τὴν τοῦ ὕδατος φύσιν; Πῶς οὖν ῥυτὸν ὑπάρχον τὸ ὕδωρ καὶ ἐπὶ τὸ πρανὲς πεφυκὸς καταπίπτειν, μένει ἀπαιωρούμενον καὶ οὐδαμοῦ ἀπορρέον; Σὺ δὲ οὐ λογίζῃ ὅτι τὴν αὐτὴν ἢ καὶ ἔτι πλείονα ἀπορίαν τῷ λόγῳ παρέχει ἡ γῆ καθ᾽ ἑαυτὴν κρεμαμένη, βαρυτέρα τὴν φύσιν οὖσα.
Μετάφραση
Εάν πάλι υποθέσεις ότι κάποιο άλλο σώμα, βαρύτερο από τη γη, την εμποδίζει να μετακινηθεί προς τα κάτω, θα πρέπει να σκεφτείς ότι και εκείνο έχει ανάγκη από κάτι παρόμοιο που θα το συγκρατεί και δεν θα το αφήνει να πέσει. Και αν μπορέσουμε, πλάθοντας κάτι με τη φαντασία μας, να το υποθέσουμε για εκείνο, ο νους μας θα αναζητήσει και πάλι το δικό του στήριγμα, και έτσι θα καταπέσουμε στο άπειρο, επινοώντας διαρκώς νέα θεμέλια για εκείνα που κάθε φορά ανακαλύπτουμε. Και όσο περισσότερο προχωρούμε με τη λογική, τόσο μεγαλύτερη αναγκαζόμαστε να εισαγάγουμε τη στηρικτική δύναμη, η οποία θα μπορεί να αντιστέκεται συνολικά σε ολόκληρο το υπερκείμενο βάρος. Γι' αυτό, βάλε όρια στη διάνοιά σου, μήπως τυχόν ελέγξει την περιέργειά σου ο λόγος του Ιώβ, καθώς θα περιεργάζεσαι τα ακατάληπτα, και ερωτηθείς και εσύ από αυτόν: «Πάνω σε τι έχουν στερεωθεί οι κρίκοι της;». Αλλά και αν κάποτε ακούσεις στους Ψαλμούς: «Εγώ στερέωσα τους στύλους της», να θεωρήσεις ότι ονομάζει στύλους τη συνεκτική της δύναμη. Διότι το «Πάνω σε θάλασσες την εθεμελίωσε», τι άλλο φανερώνει, παρά το ότι η φύση του νερού έχει περιχυθεί από παντού στη γη; Πώς λοιπόν το νερό, ενώ είναι ρευστό και από τη φύση του ρέπει προς τα κάτω, παραμένει μετέωρο και δεν απορρέει πουθενά; Εσύ όμως δεν συλλογίζεσαι ότι την ίδια ή και ακόμη μεγαλύτερη απορία προκαλεί στη λογική το γεγονός ότι η γη κρέμεται από μόνη της, ενώ είναι βαρύτερη ως προς τη φύση της.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες