διὰ τοῦτό φησι καὶ περὶ δημιουργημάτων καὶ περὶ τῶν ἐνδυμάτων. 39,1b 〈ἐφύλαξας δέ,〉 φησίν, 〈ὠδῖνας ἐλάφων;〉 καλῶς εἶπεν· ἐφύλαξας; ἐπειδὴ γὰρ ἀεὶ ἐν φυγῇ καὶ φόβῳ καὶ ἀγωνίᾳ τὸ ζῷον, ἀεὶ πηδῶν καὶ ἐναλλόμενον, «πῶς», φησίν, «οὐκ ἀμβλώσκει, ἀλλὰ πλήρης ὁ τόκος ἐξέρχεται;» 39,2a 〈ἠρίθμησας δὲ μῆνας αὐτῶν πλήρης τοκετοῦ,〉 2b 〈ὠδῖνας δὲ αὐτῶν ἔλυσας;〉 39,3a 〈ἐξέθρεψας δὲ αὐτῶν τὰ παιδία ἄνευ φόβου;〉 δειλὸν γάρ ἐστι τὸ ζῷον. πῶς οὖν τὰ παιδία καίτοι οὐκ ἔχοντα τὴν ἀπὸ τῶν ποδῶν ἀσφάλειαν ἄνευ φόβου ἐστίν; τίς αὐτὰ διατηρεῖ; ὁρᾷς, ὅτι ἀπὸ τῆς φύσεως οὐ προδίδονται; οὔτε ὁ λέων ἀπὸ τῆς ἰδίας ἰσχύος κρατεῖ οὔτε ἡ ἔλαφος προδέδοται, καίτοι δειλὸν τὸ ζῷόν ἐστιν. εἶτα μετὰ ταῦτά φησιν· 39,5a 〈τίς δέ ἐστιν ὁ ἀφεὶς ὄνον ἄγριον ἐλεύθερον;〉 «τίς τοῦτο διετύπωσεν;» φησίν, «τίς τοὺς τῆς φύσεως νόμους ἔθηκεν; ὅτι γάρ», φησίν, «νόμοι διηνεκεῖς εἰσι καὶ οὐ παραφθείρονται, ἰσχυρὸν τὸ ζῷον καὶ ἀδάμαστον. κἂν μυρία φιλονεικῇς, οὐκ ἄξεις ὑπὸ τὴν χεῖρα τὴν σήν. ἃ ὁ θεὸς βεβούλευται, τίς διασκεδάσει; ὁρᾷς, ὅτι πάντα προνοίᾳ καὶ αὐτοῦ βουλομένου εἴκει καὶ ὑπακούει; ἄν τε μὴ θελήσῃ ἡμῖν ὑπακοῦσαι, κἂν μυρία τεχνώμεθα, οὐδὲν ὄφελος, οὐδὲν πλέον ἔσται. τί οὖν; † τοίνυν οὐδὲ ἡμεῖς βουλόμεθα οὐδὲ ἐπιχειροῦμεν † ἵνα, ὅταν ἴδῃς τὸ ἡμερώτερον ζῷον, τὸν κατασκευάσαντα 〈αὐτὸ〉 χειρόηθες θαυμάσῃς.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο μιλάει και για τα δημιουργήματα και για τα ενδύματα. «Προστάτευσες δε», λέει, «τις ωδίνες των ελαφιών;» Πολύ ορθά είπε: «προστάτευσες;» Επειδή δηλαδή το ζώο βρίσκεται διαρκώς σε φυγή, σε φόβο και σε αγωνία, πηδώντας και αναπηδώντας συνεχώς, «πώς», λέει, «δεν αποβάλλει, αλλά ο τοκετός ολοκληρώνεται κανονικά; Αρίθμησες δε τους μήνες τους ως τον πλήρη τοκετό, και τις απάλλαξες από τις ωδίνες τους; Και ανέθρεψες τα μικρά τους δίχως να νιώθουν φόβο;» Διότι το ζώο είναι δειλό. Πώς λοιπόν τα μικρά, αν και στερούνται την ασφάλεια που τους παρέχουν τα πόδια, ζουν δίχως φόβο; Ποιος τα διατηρεί στη ζωή; Βλέπεις ότι δεν προδίδονται από τη φύση; Ούτε ο λέοντας κυριαρχεί εξαιτίας της δικής του μόνο ισχύος, ούτε η έλαφος προδίδεται, μολονότι είναι ζώο δειλό. Έπειτα, μετά από αυτά λέει: «Ποιος είναι εκείνος που άφησε τον άγριο όνο ελεύθερο;» «Ποιος το καθόρισε αυτό;» λέει, «ποιος έθεσε τους νόμους της φύσεως; Διότι», λέει, «οι νόμοι είναι διαρκείς και δεν καταλύονται, γι' αυτό το ζώο είναι ισχυρό και αδάμαστο. Και άπειρες φορές αν πασχίσεις, δεν πρόκειται να το υποτάξεις στην εξουσία σου. Αυτά που έχει αποφασίσει ο Θεός, ποιος μπορεί να τα ματαιώσει;» Βλέπεις ότι τα πάντα υποχωρούν και υπακούουν στην πρόνοια και στο δικό Του θέλημα; Και αν Εκείνος δεν θελήσει να μας υπακούσουν τα ζώα, έστω και αν μηχανευτούμε μύρια μέσα, δεν θα υπάρξει κανένα απολύτως όφελος, κανένα πλεονέκτημα. Τι σημαίνουν λοιπόν αυτά; Ούτε εμείς συνεπώς το επιθυμούμε ούτε το επιχειρούμε, ώστε, όταν δεις το πιο ήμερο ζώο, να θαυμάσεις Εκείνον που το έπλασε εξημερωμένο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες