εἴασεν πολλὰ ἔξω τῆς ἡμετέρας ἐξουσίας, ἵνα ἀπὸ τῶν μὴ ὑποτεταγμένων μὴ τὴν σαυτοῦ σοφίαν θαυμάσῃς μηδὲ λογίσῃ τέχνῃ τῇ σῇ τὴν ὑπακοὴν ἐκείνου. εἶτα ἐπὶ τὰ χρησιμώτατα μετάγει τὸν λόγον ἵππου μνημονεύων τοῦ χειροήθους καὶ πολλὰ περὶ τοῦ ζῴου τούτου διαλέγεται, πῶς γαῦρον, πῶς ἀνεστηκός, πῶς πρὸς πόλεμον ἐπιτήδειον, πῶς ἱκανὸν ἄνθρωπον διασῶσαι. ὁρᾷς ἕκαστον γαῦρον, καὶ τὸν ὄνον καὶ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν μὲν ὑποκείμενον, τὸν δὲ οὔ; εἶτα καὶ τὸ εὔτακτον· ἀκούει φωνὴν σαλπίγγων καὶ οἶδε τοῦ πολέμου τὸ σύνθημα· 39,25a 〈σάλπιγγος δέ,〉 φησίν, 〈σημαινούσης ἐρεῖ· εὖγε.〉 25b 〈πόρρωθεν ὀσφραίνεται πολέμου.〉 εἶτα περὶ ἱέρακος καὶ γυπὸς καὶ ἀετοῦ· 39,26a 〈ἐκ δὲ τῆς σῆς ἐπιστήμης,〉 φησίν, 〈ἕστηκεν ἱέραξ〉 26b 〈ἀναπετάσας τὰς πτέρυγας ἀκίνητος καθορῶν τὰ πρὸς νότον;〉 39,27a 〈ἐπὶ δὲ τῷ σῷ προστάγματι ὑψοῦται ἀετός,〉 27b 〈γὺψ δὲ ἐπὶ νοσσιᾶς αὐτοῦ καθεσθεὶς αὐλίζεται〉 39,28 〈ἐπ᾽ ἐξοχῇ πέτρας καὶ ἀποκρύφῳ;〉 39,29a 〈ἐκεῖσε ὢν ζητεῖ τὰ σῖτα,〉 29b 〈πόρρωθεν δὲ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ σκοπεύουσιν,〉 39,30a 〈νεοσσοὶ δὲ αὐτοῦ ἐν αἵματι φύρονται,〉 30b 〈οὗ δ᾽ ἂν ὦσι τεθνεῶτες, παραχρῆμα εὑρίσκονται.〉 πῶς ἔστησεν, φησίν, μετέωρον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ ἀέρος; πῶς αὐτῷ τὴν τροφὴν ἔδωκεν; ὁρᾷς, ἐξ ὀλίγων πόσα φησίν;
Μετάφραση
Άφησε πολλά πράγματα έξω από τη δική μας εξουσία, ώστε από εκείνα που δεν σου έχουν υποταχθεί να μην θαυμάσεις τη δική σου σοφία, ούτε να θεωρήσεις ότι η υπακοή τους οφείλεται στη δική σου τέχνη. Έπειτα μεταφέρει τον λόγο στα πιο ωφέλιμα, μνημονεύοντας το εξημερωμένο άλογο, και συζητά πολλά για το ζώο αυτό: πόσο περήφανο είναι, πόσο αγέρωχο, πόσο κατάλληλο για τον πόλεμο, πόσο ικανό να διασώσει έναν άνθρωπο. Βλέπεις ότι καθένα είναι περήφανο, και ο όνος και τούτο, αλλά το ένα είναι υποταγμένο, ενώ το άλλο όχι; Έπειτα αναφέρει και την πειθαρχία του: ακούει τον ήχο των σαλπίγγων και γνωρίζει το σύνθημα του πολέμου. «Και όταν σημάνει η σάλπιγγα», λέει, «αναφωνεί: "Εύγε". Από μακριά οσφραίνεται τον πόλεμο». Έπειτα μιλά για το γεράκι, τον γύπα και τον αετό: «Μήπως από τη δική σου επιστήμη», λέει, «στέκεται το γεράκι, έχοντας απλωμένες τις φτερούγες του ακίνητο, ατενίζοντας προς τον νότο; Μήπως με τη δική σου προσταγή υψώνεται ο αετός, και ο γύπας, καθισμένος στη φωλιά του, διαμένει σε εξοχή βράχου και σε μέρος απόκρυφο; Όντας εκεί αναζητεί την τροφή του, και από μακριά τα μάτια του παρατηρούν· οι νεοσσοί του κυλιούνται στο αίμα, και όπου υπάρχουν νεκροί, παρευθύς βρίσκονται εκεί». Πώς τον έστησε, λέει, μετέωρο στον αέρα; Πώς του έδωσε την τροφή; Βλέπεις, πώς μέσα από λίγα λέει τόσα πολλά;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες