ὅρα, ἐπειδὴ εἶδε τὴν δόξαν ἀντικειμένην τοῦ δικαίου τοῖς αὑτοῦ ῥήμασιν, δι᾽ ὅσων αὐτὴν καταβαλεῖν βούλεται. 4,17a 〈τί γάρ;〉 φησίν· 〈μὴ καθαρὸς ἔσται βροτὸς ἔναντι κυρίου〉 17b 〈ἢ ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ ἄμεμπτος ἀνήρ;〉 «ἄλλως δέ», φησίν, «οὐδὲ δυνατὸν ἄνθρωπον ὄντα καθαρὸν εἶναι.» μὴ δὴ ταῦτα εἰς δόγματα δεξώμεθα, ἀγαπητοί. καὶ καλῶς προσέθηκεν· ἔναντι κυρίου, καθὼς καὶ ὁ προφήτης φησίν· οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. καὶ πάλιν· ἐὰν ἁμαρτίας παρατηρήσῃ, κύριε, κύριε, τίς ὑποστήσεται; καθάπερ γὰρ ἡμῶν ἡ ἀγαθότης πονηρία ἐστὶν πρὸς τὴν ἐκείνου ἀγαθότητα συγκρινομένη, οὕτω καὶ τὰ λοιπά. ἢ ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, φησίν, ἄμεμπτος ἀνήρ; ὅρα αὐτὸν ἀντιφθεγγόμενον τῷ θεῷ· αὐτοῦ γὰρ εἰρηκότος ἄνθρωπος ἄμεμπτος οὗτός φησιν· «οὐκ ἄμεμπτος». ἀπὸ τῶν οἰκείων ἐπαίρει τὴν ψῆφον. 4,18a 〈εἰ κατὰ παίδων αὐτοῦ οὐ πιστεύει,〉 18b 〈κατὰ δὲ ἀγγέλων αὐτοῦ σκολιόν τι ἐπενόησεν.〉 ἐμοὶ δοκεῖ περὶ τῶν ἄνω λέγειν δυνάμεων· «τί δεῖ λέγειν περὶ ἀνθρώπων», φησίν, «ὅταν οἱ ἄγγελοι μὴ ὦσιν ἄμεμπτοι;» τί δέ ἐστιν οὐ πιστεύει; ὡς δικαίοις καὶ ἀμέμπτοις καὶ οὐκ ἂν ἁμαρτοῦσιν, ἐμοὶ δοκεῖ, ὅτι δεκτικὴ τῶν ἐναντίων ἡ φύσις αὐτῶν. τί ἐστι σκολιόν τι ἐπενόησεν; «οὐκ ἀφῆκεν», φησίν, «ἐν τῇ φύσει αὐτῶν εἶναι τὸ ἐνάρετον.»
Μετάφραση
Πρόσεξε, επειδή είδε ότι η δόξα του δικαίου ερχόταν σε αντίθεση με τα δικά του λόγια, με πόσα επιχειρήματα θέλει να την καταρρίψει. «Τι λοιπόν;» λέει· «Μήπως θα είναι καθαρός ο θνητός ενώπιον του Κυρίου ή από τα έργα του θα αναδειχθεί άμεμπτος ο άνθρωπος;» «Εξάλλου», λέει, «δεν είναι καν δυνατόν, εφόσον είναι άνθρωπος, να είναι καθαρός.» Ας μην τα δεχθούμε βέβαια αυτά ως δόγματα, αγαπητοί. Και ορθώς πρόσθεσε το «ενώπιον του Κυρίου», καθώς και ο προφήτης λέει: «δεν θα δικαιωθεί ενώπιόν σου κανένας ζωντανός». Και πάλι: «Εάν παρατηρήσεις ανομίες, Κύριε, Κύριε, ποιος θα μπορέσει να σταθεί;» Διότι, όπως ακριβώς η δική μας αγαθότητα είναι πονηρία όταν συγκρίνεται με τη δική Του αγαθότητα, έτσι συμβαίνει και με τα υπόλοιπα. «Ή από τα έργα του», λέει, «είναι άμεμπτος ο άνθρωπος;» Δες τον να αντιλέγει στον Θεό· διότι, ενώ Εκείνος είχε πει «άνθρωπος άμεμπτος», αυτός λέει: «δεν είναι άμεμπτος». Από τα δικά του κριτήρια εκφέρει την κρίση. «Εάν στους δούλους του δεν έχει εμπιστοσύνη, και στους αγγέλους του διέκρινε κάτι το διεστραμμένο». Μου φαίνεται ότι εδώ μιλάει για τις άνω δυνάμεις: «Τι πρέπει να λέμε για τους ανθρώπους», λέει, «όταν οι άγγελοι δεν είναι άμεμπτοι;» Και τι σημαίνει «δεν έχει εμπιστοσύνη»; Ότι δηλαδή δεν τους θεωρεί απόλυτα δίκαιους και άμεμπτους και ότι δεν πρόκειται ποτέ να αμαρτήσουν, διότι, όπως μου φαίνεται, η φύση τους είναι δεκτική και των αντιθέτων. Τι σημαίνει «διέκρινε κάτι το διεστραμμένο»; «Δεν επέτρεψε», λέει, «να βρίσκεται η αρετή αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη φύση τους.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες