καὶ τὸ δὴ θαυμαστόν, ὅτι μετὰ βίου καθαροῦ καὶ ζωῆς ἀλήπτου τὰ ἐναντία προσεδόκα καὶ οὐ προσεδόκα μόνον, ἀλλ᾽ ἐφοβεῖτο ἐννοῶν τὰ πρότερα οἷον τὰ κατὰ τὸν Ἀβραάμ. ἡμεῖς δὲ καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν πονηρίᾳ συζῶντες οὐδὲν ὑποπτεύσωμεν ἐναντίον; ὅρα, πῶς καὶ πρὸ τῆς πείρας ἐφιλοσόφει. ὁ γὰρ προσδοκῶν μεταβολὴν μετὰ βίου καλοῦ οὐχ ὡς μισθωτὸς ἦν, ὥστε πολλὴν αὐτοῦ τὴν ἀρετὴν δείκνυσιν ἡμῖν τὸ λέγειν· φόβος ὃν ηὐλαβούμην ἦλθέ μοι. 4,1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ ΔΕ ΕΛΙΦΑΖ Ο ΘΑΙΜΑΝΙΤΗΣ ΛΕΓΕΙ· 4,2a 〈Μὴ πολλάκις σοι λελάληται ἐν κόπῳ·〉 2b 〈ἰσχὺν δὲ ῥημάτων σου τίς ὑποίσει;〉 καλῶς προλαβὼν εἶπε τὰ κατειληφότα αὐτὸν πάντα κακὰ καὶ τὴν προσθήκην τῶν δεινῶν, ἐπειδὴ ἐβούλοντο αὐτῷ ἐπεμβαίνειν καὶ ἐνάλλεσθαι κειμένῳ. οὐ γάρ ἐστι πάντων εἰδέναι ἐν ταῖς τοιαύταις ἁρμόζεσθαι συμφοραῖς, ἀλλὰ πολλοὶ πολλάκις τὸ τραῦμα χαλεπώτερον ἐποίησαν, οἱ μὲν ἀπὸ βασκανίας, οἱ δὲ ἀπὸ ἀφροσύνης. οὐ γὰρ δὴ τῶν ἰατρῶν τῶν τεμνόντων τὰ τραύματα ἐλάττονος δεῖται τέχνης ὁ τὸν παρακλητικὸν ἀναδεδεγμένος λόγον. καλῶς οὖν ἰατροὶ κακῶν ἐκλήθησαν ἐπιτρίβοντες τὸ τραῦμα· πάσχουσι δὲ αὐτὸ ἀπὸ βασκανίας. πόσης δὲ πονηρίας ἂν εἴη ἐν τοσούτῳ βασκαίνειν χειμῶνι καὶ κειμένῳ φθονεῖν, καὶ τὸν ἄξιον ἐλεεῖσθαι, τοῦτον μυρίοις περιβάλλειν δεινοῖς.
Μετάφραση
Και το αξιοθαύμαστο είναι ότι, παρά τον καθαρό του βίο και την άμεμπτη ζωή του, περίμενε τα αντίθετα, και όχι μόνο τα περίμενε, αλλά και τα φοβόταν, αναλογιζόμενος τα παλαιότερα, όπως εκείνα που συνέβησαν στον Αβραάμ. Εμείς όμως, που ζούμε καθημερινά μέσα στην πονηρία, δεν θα υποπτευτούμε καμία αντίξοη εξέλιξη; Δες πώς φιλοσοφούσε ακόμη και πριν από τη δοκιμασία. Διότι αυτός που περιμένει την ανατροπή, παρότι ζει ενάρετο βίο, δεν λειτουργούσε ως μισθωτός, ώστε μας αποδεικνύει τη μεγάλη του αρετή λέγοντας: «Ο φόβος που φοβόμουν με βρήκε». 4,1 ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΔΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΕΛΙΦΑΖ Ο ΘΑΙΜΑΝΙΤΗΣ ΛΕΕΙ: 4,2a 〈Μήπως πολλές φορές σου έχουν μιλήσει με κόπο;〉 2b 〈Και τη δύναμη των λόγων σου ποιος θα την υποφέρει;〉 Ορθώς μίλησε εκ των προτέρων για όλα τα κακά που τον βρήκαν και για την προσθήκη των δεινών, επειδή εκείνοι ήθελαν να τον καταπατήσουν και να του επιτεθούν ενώ κειτόταν κάτω. Διότι δεν είναι ίδιον όλων των ανθρώπων το να γνωρίζουν πώς να συμπεριφέρονται κατάλληλα σε τέτοιες συμφορές, αλλά πολλοί πολλές φορές έκαναν το τραύμα χειρότερο, άλλοι από φθόνο και άλλοι από ανοησία. Διότι εκείνος που έχει αναλάβει τον παρηγορητικό λόγο δεν χρειάζεται μικρότερη τέχνη από τους ιατρούς που τέμνουν τα τραύματα. Δικαίως, λοιπόν, ονομάστηκαν ιατροί κακών, εφόσον επιδεινώνουν το τραύμα· και το κάνουν αυτό από φθόνο. Πόσης πονηρίας δείγμα θα ήταν να φθονεί κανείς μέσα σε τόσο μεγάλη τρικυμία, να επιδεικνύει κακεντρέχεια απέναντι σε αυτόν που κείτεται κάτω, και αυτόν που είναι άξιος ελέους να τον περιβάλλει με μύρια δεινά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες