οὐκ εἶπεν· «ἐγὼ ὁ τοιοῦτος καὶ τοσοῦτος.» 4,3a 〈εἰ γὰρ σὺ ἐνουθέτησας πολλοὺς〉 3b 〈καὶ χεῖρας ἀσθενούντων παρεκάλεσας,〉 4,4a 〈ἀσθενοῦντας δὲ ἐξανέστησας ῥήμασιν,〉 4b 〈γόνασι δὲ ἀδυνατοῦσι περιέθηκας θάρσος.〉 ὅρα, τέως τὴν ἐν τοῖς ῥήμασιν αὐτοῦ λέγει βοήθειαν καὶ συμμαχίαν δεικνύς, ὅτι οὐδὲ τοῦτο μικρόν. εἰ γὰρ εἶπεν· «εἰ σὺ παρεκάλεσας χρήμασιν, πῶς σαυτὸν οὐ δύνασαι παρακαλέσαι;», ἐνῆν εἰπεῖν τὴν πενίαν. «εἰ δὲ λόγοις πολλοὺς παρεκάλεσας», φησίν, «καὶ ἑτέρους ὄντας ἐν συμφοραῖς ἀνέστησας, πῶς ἐπὶ σοῦ τὸ φάρμακον γέγονεν ἀσθενές; ὁ τὰς ἑτέρων λύων ἀνάγκας διὰ τῆς ἐν τοῖς λόγοις παραινέσεως καὶ συμβουλῆς, πῶς οὐκ ἀποκέχρησαι τῇ μεθόδῳ τῆς θεραπείας ἐπὶ τῶν οἰκείων κακῶν;» 4,5a 〈νυνὶ δέ,〉 φησίν, 〈ἥκει ἐπὶ σὲ πόνος καὶ ἥψατό σου,〉 5b 〈σὺ δὲ ἐσπούδασας.〉 τί ἐστιν ἐσπούδακας; ταράττῃ, θορυβῇ, ἰλιγγιᾷς, σπεύδεις ἀποθέσθαι, οὐκ ἔχεις σαυτόν. 4,6a 〈πότερον οὐχὶ ὁ φόβος σού ἐστιν ἐν ἀφροσύνῃ〉 6b 〈καὶ ἡ ἐλπίς σου καὶ ἡ κακία τῆς ὁδοῦ σου;〉 ὄντως ἀφροσύνης τὰ ῥήματα· «εἰ ἑτέροις βοηθήσας σαυτῷ μὴ δύνασαι βοηθῆσαι μηδὲ παραινέσαι σαυτῷ, ὅπερ ἑτέροις συνεβούλευες, εὔδηλον, ὅτι πάσης ἀρετῆς ἄμοιρος αὐτὸς εἶ. ὁ γὰρ ἑαυτῷ χρήσιμος γενέσθαι μὴ δυνηθεὶς πῶς ἂν ἑτέροις γένοιτο;»
Μετάφραση
Δεν είπε: «Εγώ είμαι τόσο σπουδαίος.» «Διότι, εάν εσύ νουθέτησες πολλούς και ενίσχυσες τα χέρια των αδυνάτων, και ανόρθωσες με τα λόγια σου αυτούς που ασθενούσαν, και έδωσες θάρρος σε αδύναμα γόνατα.» Πρόσεξε, προς το παρόν αναφέρεται στη βοήθεια και τη συμπαράσταση που προσέφερε με τα λόγια του, δείχνοντας ότι ούτε αυτό είναι μικρό. Διότι, εάν έλεγε: «Εάν εσύ παρηγόρησες με χρήματα, πώς δεν μπορείς να παρηγορήσεις τον εαυτό σου;», θα υπήρχε το περιθώριο να προβάλει ως δικαιολογία τη φτώχεια. «Εάν όμως παρηγόρησες πολλούς με τα λόγια σου», λέει, «και ανόρθωσες άλλους που βρίσκονταν σε συμφορές, πώς στην περίπτωσή σου το φάρμακο αποδείχθηκε ανίσχυρο; Εσύ που έδινες λύση στις ανάγκες των άλλων μέσω της παραίνεσης και της συμβουλής των λόγων σου, πώς δεν αξιοποίησες τη μέθοδο αυτής της θεραπείας στα δικά σου δεινά;» «Τώρα όμως», λέει, «ήλθε σε εσένα ο πόνος και σε άγγιξε, και εσύ ταράχθηκες.» Τι σημαίνει το «ταράχθηκες»; Αναστατώνεσαι, θορυβείσαι, ζαλίζεσαι, σπεύδεις να τον αποβάλεις, χάνεις τον έλεγχο του εαυτού σου. «Μήπως ο φόβος σου δεν βασίζεται στην αφροσύνη, όπως και η ελπίδα σου και η κακία του δρόμου σου;» Πράγματι, τα λόγια αυτά φανερώνουν αφροσύνη: «Εάν, ενώ βοήθησες άλλους, δεν μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου, ούτε να νουθετήσεις τον εαυτό σου με όσα συμβούλευες τους άλλους, είναι ολοφάνερο ότι ο ίδιος στερείσαι κάθε αρετής. Διότι αυτός που δεν μπόρεσε να φανεί χρήσιμος στον εαυτό του, πώς θα μπορούσε να φανεί στους άλλους;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες