Τοῦ τε σώματος τὴν ἀσθένειαν ὑπετίθετο, καὶ τοῦ χρόνου τὸ μῆκος. 3. Καὶ ὅλως πολὺν ἤγειρεν αὐτῷ κονιορτὸν λογισμῶν ἐν τῇ διανοίᾳ, θέλων αὐτὸν ἀποσχίσαι τῆς ὀρθῆς προαιρέσεως. Ὡς δὲ εἶδεν ἑαυτὸν ὁ ἐχθρὸς ἀσθενοῦντα πρὸς τὴν τοῦ Ἀντωνίου πρόθεσιν καὶ μᾶλλον ἑαυτὸν καταπαλαιόμενον ὑπὸ τῆς ἐκείνου στερρότητος, ἀνατρεπόμενόν τε τῇ πίστει καὶ πίπτοντα ταῖς συνεχέσιν Ἀντωνίου προσευχαῖς, τότε δὴ τοῖς ἐπ’ ὀμφαλοῦ γαστρὸς ὅπλοις ἑαυτοῦ θαρρῶν καὶ καυχώμενος ἐπὶ τούτοις (ταῦτα γάρ ἐστιν αὐτοῦ τὰ πρῶτα κατὰ τῶν νεωτέρων ἔνεδρα), προσέρχεται κατὰ τοῦ νεωτέρου, νυκτὸς μὲν αὐτὸν θορυβῶν, μεθ’ ἡμέραν δὲ οὕτως ἐνοχλῶν ὡς καὶ τοὺς ὁρῶντας αἰσθέσθαι τὴν γινομένην ἀμφοτέρων πάλην. 4. Ὁ μὲν γὰρ ὑπέβαλλε λογισμοὺς ῥυπαρούς, ὁ δὲ ταῖς εὐχαῖς ἀνέτρεπε τούτους. Καὶ ὁ μὲν ἐγαργάλιζεν, ὁ δέ, ὡς ἐρυθριᾶν δοκῶν, τῇ πίστει καὶ νηστείαις ἐτείχιζε τὸ σῶμα. 5. Καὶ ὁ μὲν διάβολος ὑπέμενεν ὁ ἄθλιος καὶ ὡς γυνὴ σχηματίζεσθαι νυκτὸς καὶ πάντα τρόπον μιμεῖσθαι, μόνον ἵνα τὸν Ἀντώνιον ἀπατήσῃ. Ὁ δὲ τὸν Χριστὸν ἐνθυμούμενος καὶ δι’ αὐτὸν τὴν εὐγένειαν, καὶ τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς λογιζόμενος, ἀπεσβέννυε τὸν ἄνθρακα τῆς πλάνης ἐκείνου. 6. Πάλιν τε ὁ μὲν ἐχθρὸς ὑπέβαλλε τὸ λεῖον τῆς ἡδονῆς.
Μετάφραση
Του υπέβαλλε στον νου την αδυναμία του σώματος και τη μεγάλη διάρκεια του χρόνου. 3. Και γενικά σήκωσε εναντίον του μεγάλο κονιορτό λογισμών στη διάνοιά του, θέλοντας να τον αποσπάσει από την ορθή του προαίρεση. Όταν όμως ο εχθρός είδε τον εαυτό του να είναι αδύναμος μπροστά στην πρόθεση του Αντωνίου και μάλλον να καταβάλλεται από τη σταθερότητα εκείνου, να ανατρέπεται από την πίστη του και να καταπίπτει από τις συνεχείς προσευχές του Αντωνίου, τότε πια, έχοντας θάρρος στα όπλα του που βρίσκονται στον ομφαλό της κοιλιάς και καυχώμενος για αυτά (διότι αυτές είναι οι πρώτες του ενέδρες εναντίον των νέων), επιτίθεται εναντίον του νέου, ταράσσοντάς τον τη νύχτα και ενοχλώντας τον τόσο πολύ την ημέρα, ώστε και όσοι τους έβλεπαν να αντιλαμβάνονται την πάλη που διεξαγόταν μεταξύ των δύο. 4. Διότι ο μεν του υπέβαλλε ρυπαρούς λογισμούς, ο δε τους ανέτρεπε με τις προσευχές του. Και ο μεν προσπαθούσε να τον διεγείρει, ενώ ο δε, σαν να κοκκίνιζε από ντροπή, οχύρωνε το σώμα του με την πίστη και τις νηστείες. 5. Και ο άθλιος διάβολος έφτασε στο σημείο να παίρνει τη μορφή γυναίκας τη νύχτα και να τη μιμείται με κάθε τρόπο, μόνο και μόνο για να εξαπατήσει τον Αντώνιο. Εκείνος όμως, φέρνοντας στον νου του τον Χριστό και την πνευματική ευγένεια που αντλούσε από Αυτόν, και αναλογιζόμενος τη νοερή φύση της ψυχής, έσβηνε τον άνθρακα της πλάνης εκείνου. 6. Και πάλι ο εχθρός του υπέβαλλε το θέλγητρο της ηδονής.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες