Καὶ τὸ δὴ μεῖζον. ὅτιπερ ἐν πολλῇ τρυφῇ τραφεὶς, οὐκ ἐξ ἁλιέων καὶ τελωνῶν καὶ τῶν εὐτελῶς βεβιωκότων, ἀλλὰ τοσαύτης ἀπολελαυκὼς τιμῆς, ἔπασχεν ἅπερ ἔπασχεν ἅπαντα. Καὶ ὅπερ φορτικώτατον ἐπὶ τῶν ἀποστόλων εἶναι ἐδόκει, τὸ αὐτὸ καὶ αὐτὸς ὑπέμενε, παρὰ φίλων, παρὰ οἰκετῶν, παρ᾽ ἐχθρῶν μισούμενος, παρὰ τῶν εὖ πεπονθότων· καὶ τὴν ἱερὰν ἄγκυραν, καὶ τὸν ἀκύμαντον λιμένα (τοῦτο δὲ ἦν τὸ τοῖς ἀποστόλοις εἰρημένον, τὸ, Ἕνεκεν ἐμοῦ), τοῦτο ἰδεῖν οὐκ εἶχε. Θαυμάζω καὶ τοὺς παῖδας τοὺς τρεῖς, ὅτι κατετόλμησαν καμίνου, ὅτι κατεξανέστησαν τυράννου. Ἀλλ᾽ ἄκουσον τί λέγουσι· Τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν, καὶ τῇ εἰκόνι ᾗ ἔστησας οὐ προσκυνοῦμεν. Ὅπερ μεγίστη παραμυθία αὐτοῖς ἦν, τὸ σαφῶς εἰδέναι, ὅτι διὰ τὸν Θεὸν πάντα πάσχουσιν, ἅπερ ἂν πάθωσιν. Οὗτος δὲ οὐκ ᾔδει, ὅτι ἀγωνίσματα ταῦτα ἦν καὶ πάλη· εἰ γὰρ ᾔδει, οὐκ ἂν ᾔσθετο τῶν γινομένων. Ὅτε γοῦν ἤκουσεν, ὅτι Ἄλλως με οἴει σοι κεχρηματικέναι, ἢ ἵνα ἀναφανῇς δίκαιος; ἐννόησον πῶς εὐθέως ἀπὸ ψιλοῦ ῥήματος ἀνέπνευσε· πῶς ἐξηυτέλισεν ἑαυτόν· πῶς οὐδὲ πεπονθέναι ἐνόμισεν ἅπερ ἔπαθεν, οὕτω λέγων· Τί ἔτι κρίνομαι νουθετούμενος καὶ ἐλεγχόμενος ὑπὸ Κυρίου, ἀκούων τοιαῦτα, οὐδὲν ὢν ἐγώ; Καὶ πάλιν· Ἕως μὲν ὠτὸς ἀκοῆς ἤκουόν σου τὸ πρότερον· νυνὶ δὲ ὁ ὀφθαλμός μου ἑώρακέ σε· διὸ ἐφαύλισα ἐμαυτὸν καὶ ἐτάκην· ἥγημαι δὲ ἐμαυτὸν γῆν καὶ σποδόν.
Μετάφραση
Και το σπουδαιότερο βέβαια είναι τούτο: ότι, παρόλο που ανατράφηκε μέσα σε πολλή τρυφή, και δεν προερχόταν από αλιείς και τελώνες και από ανθρώπους που ζούσαν φτωχικά, αλλά είχε απολαύσει τόσο μεγάλη τιμή, υπέφερε όλα όσα υπέφερε. Και εκείνο που φαινόταν να είναι το πιο δυσβάσταχτο για τους αποστόλους, το ίδιο υπέμεινε και αυτός: το να μισείται από φίλους, από οικέτες, από εχθρούς, από εκείνους που είχαν ευεργετηθεί. Και την ιερή άγκυρα, και το απάνεμο λιμάνι (που ήταν αυτό το οποίο είχε ειπωθεί στους αποστόλους, το «ένεκεν εμού»), αυτό δεν είχε τη δυνατότητα να το δει. Θαυμάζω και τους τρεις παίδες, επειδή αψήφησαν το καμίνι, επειδή ορθώθηκαν απέναντι στον τύραννο. Αλλά άκουσε τι λένε: «Τους θεούς σου δεν λατρεύουμε, και την εικόνα που έστησες δεν την προσκυνούμε». Αυτό ήταν η μεγαλύτερη παρηγοριά για αυτούς, το ότι γνώριζαν δηλαδή καθαρά πως, ό,τι κι αν έπασχαν, τα υπέφεραν όλα για τον Θεό. Αυτός, αντίθετα, δεν γνώριζε ότι αυτά ήταν αγωνίσματα και πάλη· διότι αν το γνώριζε, δεν θα αισθανόταν καν τα όσα του συνέβαιναν. Όταν, λοιπόν, άκουσε (τον Θεό να λέει): «Νομίζεις ότι σου συμπεριφέρθηκα έτσι για κάποιον άλλον λόγο, παρά για να αναδειχθείς δίκαιος;», αναλογίσου πώς αμέσως ανακουφίστηκε από έναν απλό λόγο· πώς ταπείνωσε τον εαυτό του· πώς θεώρησε ότι δεν είχε καν υποφέρει όσα υπέφερε, λέγοντας τα εξής: «Γιατί πλέον να κρίνομαι, ενώ νουθετούμαι και ελέγχομαι από τον Κύριο, ακούγοντας τέτοια λόγια, εγώ που δεν είμαι τίποτα;» Και πάλι: «Προηγουμένως σε άκουγα μόνο με την ακοή των αυτιών μου· τώρα όμως το μάτι μου σε είδε· γι' αυτό απαξίωσα τον εαυτό μου και έλιωσα· και θεώρησα τον εαυτό μου χώμα και στάχτη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες