Ἐρώτησις τοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν μέγαν Γέροντα· Οἶδα Πάτερ ὅτι ταῦτα γίνεταί μοι διὰ τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ ὅτι ἄφρων εἰμὶ καὶ αἴτιος κακῶν. Ὁ δὲ φέρων με εἰς ταύτην τὴν θλῖψιν ὁ ἀββᾶς ἐστιν, ὅτι ἀμελεῖ καὶ παραβλέπει τὰ πράγματα, καὶ ἀφανίζονται ἐκ τῆς αἰτίας αὐτοῦ, καὶ οὐ βαστάζω. Τί δὲ ποιήσω ὅτι ἀποκρίνομαι πρὸς τοὺς λογισμοὺς καὶ οὐ λαμβάνω δύναμιν; Καὶ συγχώρησόν μοι ὅτι «Ἅπαξ ἐλάλησα, ἐπὶ δὲ τῷ δευτέρῳ οὐ προσθήσω.» Θαυμάζω δὲ πῶς ἐψύγη ἐκείνη ἡ θερμότης τῆς ἀγάπης ἧς εἶχον πρὸς τὸν ἀββᾶν καὶ τοὺς ἀδελφούς. Καὶ εὔχου ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ τὸν Κύριον.
Μετάφραση
Ερώτηση του ιδίου προς τον μέγα Γέροντα: Γνωρίζω, Πάτερ, ότι αυτά μου συμβαίνουν εξαιτίας των αμαρτιών μου, και ότι είμαι άφρων και αίτιος κακών. Εκείνος όμως που με οδηγεί σε αυτή τη θλίψη είναι ο αββάς, διότι αμελεί και παραβλέπει τα πράγματα, και καταστρέφονται εξαιτίας του, και δεν το αντέχω. Τι να κάνω, που αποκρίνομαι στους λογισμούς και δεν λαμβάνω δύναμη; Και συγχώρησέ με διότι «άπαξ μίλησα, δεν θα προσθέσω όμως δεύτερη». Απορώ δε πώς ψυχράνθηκε εκείνη η θέρμη της αγάπης που είχα προς τον αββά και τους αδελφούς. Και προσεύχου υπέρ εμού για τον Κύριο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες