τίνος δὲ ἕνεκεν οὐκ ἐμνήσθη βοὸς οὐδὲ προβάτων οὐδὲ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων οὐδενός, ἀλλὰ τῶν ἀχρήστων καὶ εἰκῇ δοκούντων εἶναι; δεικνύς, ὅτι, εἰ ἐν ἐκείνοις σοφία τοσαύτη καὶ πρόνοια τοῖς οὐδὲν δοκοῦσι συντελεῖν, πολλῷ μᾶλλον ἐν τούτοις. εἰ ἐν τοῖς σαρκοβόροις τινὰ λογικὴν σοφίαν ἀπὸ τῆς κατὰ φύσιν ἐπιστήμης ἐνοῦσαν ἑκάστῳ καὶ πρόγνωσιν, τῷ μὲν πολέμου, τοῖς δὲ τῶν ἀποθανόντων, ὁρᾷς καὶ ἐν ἀέρι φερόμενον τὸν γύπα 〈———〉. 40,3 ΥΠΟΛΑΒΩΝ ΔΕ ΙΩΒ ΛΕΓΕΙ ΤΩ ΚΥΡΙΩ· 40,4a 〈τί ἔτι ἐγὼ κρίνομαι νουθετούμενος καὶ ἐλεγχόμενος ὑπὸ τοῦ θεοῦ〉 4b 〈ἀκούων τοιαῦτα οὐδὲν ὢν〉 4c 〈ἐγώ; ἀπόκρισιν δὲ τίνα δῶ πρὸς ταῦτα;〉 4d 〈χεῖρα θήσω ἐπὶ στόματί μου·〉 40,5 〈ἅπαξ ἐλάλησα, ἐπὶ δὲ τῷ δευτέρῳ οὐ προσθήσω.〉 τί ἔτι, φησίν, ἐγὼ κρίνομαι; ἐκ προοιμίων καὶ ἐξ ἀρχῆς παρεχώρησε τῶν πρωτείων. »ἥττημαι«, φησίν, »παρὰ σοὶ τὸ δικαίωμα. τί περαιτέρω τὴν δίκην ἐπεξάγεις; τί γὰρ δυνατὸν ἀποκρίνασθαι;» 40,6 ΕΤΙ ΔΕ ΥΠΟΛΑΒΩΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΙΠΕ ΤΩ ΙΩΒ ΕΚ ΤΟΥ ΝΕΦΟΥΣ· 40,7a 〈μή, ἀλλὰ ζῶσαι ὥσπερ ἀνὴρ τὴν ὀσφύν σου.〉 7b 〈ἐρωτήσω δέ σε, σὺ δέ μοι ἀποκρίθητι.〉 ὁρᾷς, πῶς οἱ περιουσίᾳ δικαιωμάτων θαρροῦντες οὐδὲ φεύγοντας τοὺς ἀντιδίκους ἀφιᾶσιν, ὥστε ἐκ περιουσίας γενέσθαι τὴν νίκην;
Μετάφραση
Για ποιον λόγο άραγε δεν έκανε μνεία ούτε για το βόδι, ούτε για τα πρόβατα, ούτε για κανένα άλλο από αυτά τα ζώα, παρά μόνο για τα άχρηστα και για όσα φαίνεται να υπάρχουν δίχως σκοπό; Για να δείξει ότι, εάν σε εκείνα που φαίνεται να μη συνεισφέρουν τίποτα υπάρχει τόση σοφία και πρόνοια, πολύ περισσότερο υπάρχει σε τούτα. Εάν στα σαρκοφάγα βλέπεις κάποια έλλογη σοφία που ενυπάρχει στο καθένα από τη φυσική τους γνώση, καθώς και πρόγνωση, στο ένα για τον πόλεμο, και στα άλλα για τους νεκρούς, βλέπεις και τον γύπα να πετά στον αέρα 〈———〉. 40,3 ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΔΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΙΩΒ ΛΕΕΙ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ: 40,4a 〈Γιατί εξακολουθώ εγώ να κρίνομαι, νουθετούμενος και ελεγχόμενος από τον Θεό;〉 4b 〈ακούγοντας τέτοια, εγώ που δεν είμαι τίποτα〉 4c 〈εγώ; Και ποια απόκριση να δώσω σε αυτά;〉 4d 〈Θα βάλω το χέρι στο στόμα μου·〉 40,5 〈μία φορά μίλησα, και δεύτερη δεν θα προσθέσω.〉 «Γιατί εξακολουθώ», λέει, «να κρίνομαι;» Ευθύς εξαρχής παραχώρησε τα πρωτεία. «Έχω ηττηθεί», λέει, «σε εσένα ανήκει το δίκαιο. Γιατί συνεχίζεις περαιτέρω τη δίκη; Διότι τι είναι δυνατό να αποκριθεί κανείς;» 40,6 ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΣ ΠΑΛΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ, ΕΙΠΕ ΣΤΟΝ ΙΩΒ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΦΟΣ: 40,7a 〈Όχι, αλλά ζώσου τη μέση σου σαν άνδρας.〉 7b 〈Θα σε ρωτήσω, και εσύ αποκρίσου μου.〉 Βλέπεις πώς εκείνοι που θαρρούν εξαιτίας της αφθονίας των δικαίων τους δεν αφήνουν τους αντιδίκους τους ούτε όταν αυτοί υποχωρούν, ώστε να καταγάγουν την νίκη εκ περισσεύματος;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες