κύριον δέ, φησίν, τὸν παντοκράτορα, τουτέστιν· πάντων, καὶ καιρῶν καὶ τόπων καὶ πραγμάτων, κρατοῦντα. εἶτα διηγεῖται περὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ τῆς ἐφ᾽ ἑκάτερα καὶ λέγει πρῶτον κατὰ γένος, εἶτα ἰδικῶς· 5,9a 〈τὸν ποιοῦντα τὰ μεγάλα καὶ ἀνεξιχνίαστα,〉 9b 〈ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός,〉 5,10a 〈τὸν διδόντα ὑετὸν ἐπὶ πρόσωπον τῆς γῆς,〉 10b 〈τὸν ἀποστέλλοντα ὕδωρ ἐπὶ τὴν ὑπ᾽ οὐρανόν.〉 ὃ πρῶτον τῆς εὐεργεσίας αὐτοῦ τεκμήριον καὶ τῆς ζωῆς ἡμῶν συνεκτικὸν καὶ μεταβολῆς καιροῦ δηλωτικόν. 5,11a 〈τὸν ποιοῦντα ταπεινοὺς εἰς ὕψος〉 11b 〈καὶ ἀπολωλότας ἐξεγείροντα ἐν σωτηρίᾳ.〉 τοῦτο καὶ ἐπὶ τοῦ κατὰ μέρος τὸ μὲν δῆλον, τὸ δὲ ἄδηλον. ἀλλὰ τοῦτο οἰκειότερον τὸ παράδειγμα· 5,12a 〈τὸν διαλλάσσοντα βουλὰς πανούργων,〉 12b 〈καὶ οὐ μὴ ποιήσωσιν αἱ χεῖρες αὐτῶν ἀληθές.〉 τουτέστιν· μεταβάλλοντα, μεταλλάττοντα τῶν πανούργων τὰς βουλὰς τῶν μὴ ποιούντων τι ἀληθές. καὶ τοῦτο τῆς τοῦ θεοῦ δυνάμεως καὶ οἰκονομίας ἔργον δύνασθαι καταλαμβάνειν πανουργίαν καὶ ποιεῖν ἀνόνητον. ὥσπερ γὰρ τὸ σωμάτων ἰσχυρῶν περιγενέσθαι οὕτω καὶ ψυχῆς δολερᾶς ἔργον θεοῦ. 5,13a 〈ὁ καταλαμβάνων σοφοὺς ἐν τῇ φρονήσει αὐτῶν.〉 τουτέστιν· περιγινόμενος, κρατῶν. 5,13b 〈βουλὰς δὲ πολυπλόκων ἐξέστησεν.〉 ἀντὶ τοῦ· ἀκύρους ἐποίησεν. ταῦτα πρὸς τοῦτον αἰνίττεται ὡς καυχώμενον καὶ φιλοτιμούμενον.
Μετάφραση
Κύριον δε, λέγει, τον παντοκράτορα, δηλαδή: αυτόν που κρατεί τα πάντα, και τους καιρούς και τους τόπους και τα πράγματα. Έπειτα διηγείται για τη δύναμή του, η οποία εκτείνεται προς κάθε κατεύθυνση, και λέγει πρώτα γενικά και έπειτα ειδικά: 5,9α 〈αυτόν που κάνει τα μεγάλα και ανεξιχνίαστα,〉 9β 〈ένδοξα και εξαίσια, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός,〉 5,10α 〈αυτόν που δίδει βροχή στο πρόσωπο της γης,〉 10β 〈αυτόν που αποστέλλει ύδωρ στα υποκάτω του ουρανού.〉 Το οποίο αποτελεί το πρώτο τεκμήριο της ευεργεσίας του, και το συνεκτικό στοιχείο της ζωής μας, και το δηλωτικό της μεταβολής του καιρού. 5,11α 〈αυτόν που ανυψώνει τους ταπεινούς〉 11β 〈και όσους έχουν χαθεί τους εξεγείρει προς σωτηρία.〉 Αυτό ισχύει και για τα επιμέρους, όπου το ένα είναι φανερό, ενώ το άλλο άδηλο. Αλλά το εξής παράδειγμα είναι πιο οικείο: 5,12α 〈αυτόν που διασκορπίζει τις βουλές των πανούργων,〉 12β 〈ώστε τα χέρια τους να μην πράξουν τίποτε το αληθινό.〉 Δηλαδή: αυτόν που μεταβάλλει και αλλάζει τις βουλές των πανούργων, οι οποίοι δεν πράττουν τίποτε το αληθινό. Και αυτό αποτελεί έργο της δύναμης και της οικονομίας του Θεού, το να μπορεί να συλλαμβάνει την πανουργία και να την καθιστά ανώφελη. Διότι, όπως ακριβώς το να υπερισχύει κανείς επί ισχυρών σωμάτων, έτσι και το να υπερισχύει επί δόλιας ψυχής, είναι έργο του Θεού. 5,13α 〈αυτός που συλλαμβάνει τους σοφούς μέσα στην ίδια τους τη φρόνηση.〉 Δηλαδή: αυτός που υπερισχύει, που κυριαρχεί. 5,13β 〈και ματαίωσε τις βουλές των πολυπλόκων.〉 Αντί του: τις κατέστησε άκυρες. Αυτά τα αναφέρει αινιγματικά προς αυτόν, ως άνθρωπο που καυχιέται και υπερηφανεύεται.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες