εἰ δὲ αὐτός ἐστιν ὁ θεραπεύων, δῆλον, ὅτι καὶ νῦν θεραπεύων ἀλγεῖν ποιεῖ.» 5,18a 〈αὐτὸς γάρ,〉 φησίν, 〈ἀλγεῖν ποιεῖ καὶ πάλιν ἀποκαθίστησιν,〉 18b 〈πατάξει, καὶ αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἰάσονται.〉 εἰ αὐτός ἐστιν ὁ λύων τὰ δεινὰ καὶ πρὸς τὰ ἐναντία μετάγων καὶ ποιῶν ἀπολαῦσαι βαθείας εἰρήνης, οὐδὲ ταῦτα ἀπὸ γνώμης ἑτέρας ποιεῖ, ἀλλ᾽ ἀπὸ τῆς αὐτῆς. 5,19a 〈ἑξάκις ἐξ ἀναγκῶν ἐξελεῖταί σε,〉 19b 〈ἐν δὲ τῷ ἑβδόμῳ οὐχ ἅψεταί σου κακόν.〉 τουτέστιν· οὐκ ἀεὶ τὰ αὐτὰ ποιεῖ, ἀλλ᾽ ἐν μὲν πρώτοις ἀφίησι πεῖραν λαβεῖν, μετὰ δὲ ταῦτα οὐδὲ πεῖραν. 5,20a 〈ἐν λιμῷ ῥύσεται ἐκ θανάτου,〉 20b 〈καὶ ἐν πολέμῳ ἐκ χειρὸς σιδήρου ῥύσεταί σε,〉 5,21a 〈καὶ ἀπὸ μάστιγος γλώσσης κρύψει σε,〉 21b 〈καὶ οὐ φοβηθήσῃ ἀπὸ κακῶν ἐπερχομένων.〉 οὐ μικρὸν δὲ καὶ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πάνυ μέγα. 5,21c 〈ἀπὸ ἀνδρὸς λαλοῦντος μηδὲν ἀγαθόν.〉 οὐδὲν γὰρ γλώσσης χεῖρον· πάσης ἐπιβουλῆς καὶ συκοφαντίας, παντὸς ξίφους τοῦτο χαλεπώτερον καὶ ἀφορητότερον. 5,21d 〈οὐ μὴ φοβηθῇς,〉 φησίν,— οὐ μόνον «οὐδὲν πείσῃ», ἀλλ᾽ «οὐδὲ φοβηθήσῃ», φησίν— 5,21d 〈ἀπὸ ταλαιπωρίας, ὅτι ἐλεύσεται ταλαιπωρία.〉 22a 〈ἀδίκων καὶ ἀνόμων καταγελάσῃ.〉 καὶ τοῦτο πολλῷ μεῖζον τὸ μὴ μόνον αὐτὸν εἶναι ἐν ἀσφαλείᾳ, ἀλλὰ καὶ ἑτέρων καταγελᾶν. «καὶ τί λέγω πρὸς ἀνθρώπους;
Μετάφραση
Εάν λοιπόν αυτός είναι που θεραπεύει, είναι φανερό ότι και τώρα, θεραπεύοντας, προκαλεί πόνο». Διότι «αυτός», λέει, «προκαλεί τον πόνο και πάλι αποκαθιστά· θα χτυπήσει, και τα χέρια του θα θεραπεύσουν». Αν αυτός είναι που λύνει τα δεινά και τα μεταβάλλει στα αντίθετά τους και κάνει τον άνθρωπο να απολαύσει βαθιά ειρήνη, δεν τα πράττει αυτά από άλλη πρόθεση, αλλά από την ίδια. «Έξι φορές θα σε ελευθερώσει από τις θλίψεις, και την έβδομη δεν θα σε αγγίξει κακό». Δηλαδή: δεν κάνει πάντοτε τα ίδια, αλλά στην αρχή επιτρέπει να περάσεις δοκιμασία, έπειτα από αυτά όμως ούτε καν δοκιμασία. «Σε καιρό πείνας θα σε γλιτώσει από τον θάνατο, και σε καιρό πολέμου θα σε γλιτώσει από τη δύναμη του σιδήρου, και θα σε κρύψει από τη μάστιγα της γλώσσας, και δεν θα φοβηθείς από τα κακά που έρχονται». Και αυτό δεν είναι μικρό, αλλά πάρα πολύ μεγάλο. «Από άνθρωπο που δεν λέει τίποτα το αγαθό». Διότι τίποτα δεν είναι χειρότερο από τη γλώσσα· από κάθε επιβουλή και συκοφαντία, από κάθε ξίφος αυτό είναι πιο φοβερό και πιο ανυπόφορο. «Δεν πρόκειται να φοβηθείς», λέει, —όχι μόνο «δεν θα πάθεις τίποτα», αλλά «ούτε καν θα φοβηθείς», λέει— «από την ταλαιπωρία, ότι δηλαδή θα έρθει ταλαιπωρία. Τους άδικους και τους άνομους θα τους περιγελάσεις». Και αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο, το να μη βρίσκεται δηλαδή μόνο ο ίδιος σε ασφάλεια, αλλά και να περιγελά τους άλλους. «Και τι να πω για τους ανθρώπους;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες