ταῦτα γὰρ τὰ ῥήματα τοῦτον εἶχε τὸν σκοπόν· ταῦτα διανοουμένου ἦν καὶ ἐνθυμουμένου καὶ ἐννοοῦντος. 7,8a 〈οὐ κατανοεῖ μοι ὁ ὀφθαλμὸς ὁρῶντός με,〉 8b 〈οἱ ὀφθαλμοί σου ἐν ἐμοὶ καὶ οὐκέτι εἰμί,〉 7,9a 〈ὥσπερ νέφος ἀποκαθαρθὲν ἀπ᾽ οὐρανοῦ.〉 9b 〈ἐὰν γὰρ ἄνθρωπος καταβῇ εἰς ᾅδην, οὐ μὴ ἀναβῇ ἔτι〉 7,10a 〈οὐδὲ μὴ ἐπιστραφῇ ἔτι εἰς τὸν ἴδιον οἶκον,〉 10b 〈οὐδὲ μὴ ἐπιγνῷ αὐτὸν ὁ τόπος αὐτοῦ ἔτι.〉 7,11a 〈τοιγαροῦν,〉 φησίν, 〈οὔτε ἐγὼ φείσομαι τῷ στόματί μου, οὐ τῇ διανοίᾳ,〉 11b 〈λαλήσω δὲ ἐν ἀνάγκῃ τοῦ πνεύματός μου.〉 ὅρα πρῶτον μέν, πῶς οἶδεν ἐπιγινώσκειν ἑαυτοῦ τὰ ῥήματα καὶ σχεδὸν ἀπολογίαν ἀπαιτεῖ παρὰ τῶν δικαστῶν καὶ συγγνώμης ἀπολαῦσαι ἀξιοῖ, ὡς οὐκ αὐτοῦ, ἀλλὰ τῆς θλίψεως ταῦτα φθεγγομένης. 7,11c 〈ἀνοίξω,〉 φησίν, 〈τὸ στόμα μου ἐν πικρίᾳ ψυχῆς συνεχόμενος.〉 7,12a 〈πότερον θάλασσά εἰμι ἢ δράκων,〉 12b 〈ὅτι κατέταξας ἐπ᾽ ἐμὲ φυλακήν;〉 τουτέστιν· «ὅτι τοσαύτῃ κέχρησαι φρουρᾷ περὶ ἐμέ.» φυλακὴν δὲ τὸν φόβον λέγει. 7,13a 〈εἶπον· παρακαλέσει με ἡ κλίνη μου,〉 13b 〈ἀνοίσω δὲ πρὸς ἐμαυτὸν διάλογον ἰδίᾳ τῇ κοίτῃ μου.〉 τὸν φόβον φυλακὴν λέγει.
Μετάφραση
Διότι αυτά τα λόγια αυτόν τον σκοπό είχαν· ήταν λόγια κάποιου που τα σκεφτόταν, τα συλλογιζόταν και τα είχε στον νου του. 7,8α 〈Δεν θα με παρατηρήσει το μάτι εκείνου που με βλέπει,〉 8β 〈τα μάτια σου θα στραφούν σε μένα και δεν θα υπάρχω πια,〉 7,9α 〈σαν το σύννεφο που διαλύθηκε από τον ουρανό.〉 9β 〈Διότι, εάν ο άνθρωπος κατέβει στον Άδη, δεν πρόκειται να ανεβεί πια,〉 7,10α 〈ούτε πρόκειται να επιστρέψει πια στο σπίτι του,〉 10β 〈ούτε θα τον αναγνωρίσει πλέον ο τόπος του.〉 7,11α 〈Γι' αυτό, λοιπόν,〉 λέει, 〈ούτε εγώ θα συγκρατήσω το στόμα μου ούτε τη διάνοιά μου,〉 11β 〈αλλά θα μιλήσω μέσα στη στενοχώρια του πνεύματός μου.〉 Πρόσεξε καταρχάς, πώς γνωρίζει να αναγνωρίζει τα λόγια του και σχεδόν ζητά απολογία από τους κριτές και αξιώνει να λάβει συγγνώμη, με τη δικαιολογία ότι δεν τα ξεστομίζει ο ίδιος, αλλά η θλίψη του. 7,11γ 〈Θα ανοίξω,〉 λέει, 〈το στόμα μου, κυριευμένος από την πίκρα της ψυχής.〉 7,12α 〈Μήπως είμαι θάλασσα ή δράκος,〉 12β 〈που έβαλες φρουρά εναντίον μου;〉 Δηλαδή: «Επειδή έχεις θέσει τόση φρούρηση γύρω μου». Και ως φρουρά εννοεί τον φόβο. 7,13α 〈Είπα: η κλίνη μου θα με παρηγορήσει,〉 13β 〈και θα αναπτύξω διάλογο με τον εαυτό μου, μόνος στο κρεβάτι μου.〉 Τον φόβο τον ονομάζει φρουρά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες