εἶπον· παρακαλέσει με ἡ κλίνη μου, τουτέστιν· «τὴν ἀπὸ τοῦ ὕπνου λήψομαι παραμυθίαν.» 7,14 〈διὰ τί ἐκφοβεῖς με ἐν ἐνυπνίοις καὶ ἐν ὁράμασί με καταπλήττεις;〉 καὶ τοῦτο ἄρα τῆς τοῦ διαβόλου ἐνεργείας ἦν· οὐδὲν γὰρ ὁ θεὸς αὐτῷ ἐπήγαγεν, ἀλλὰ πάντα τῆς τοῦ διαβόλου χειρὸς ἦν. 7,15a 〈ἀπαλλάξεις δέ,〉 φησίν, 〈ἀπὸ πνεύματός μου τὴν ζωήν μου, τὴν δὲ ψυχήν μου ἀπὸ τοῦ σώματος,〉 15b 〈ἀπὸ δὲ θανάτου τὰ ὀστᾶ μου.〉 7,16a 〈οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ζήσομαι, ἵνα μακροθυμήσω.〉 16b 〈ἀπόστα ἐπ᾽ ἐμοῦ, κενὸς γάρ μου ὁ βίος.〉 μονονουχὶ λέγων· «ἄνελέ με» ταῦτά φησιν. «ἰδοὺ τὰ φορτικὰ ῥήματα.» τί φορτικὸν ἔχει; εἶπε τὴν συμφορὰν καὶ ᾔτησε θάνατον καὶ λύσιν. οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ζήσομαι, φησίν, ἵνα μακροθυμήσω. ὁρᾷς, πῶς καὶ ταύτην ἀφῄρητο τὴν ἐλπίδα; τίς γάρ μού ἐστιν ὁ χρόνος, φησίν, ὅτι ἀνέχομαι; ὁρᾷς, πῶς τοῦτο μάλιστα πάντων αὐτὸν ἐθορύβει τὸ μηδὲ προσδοκᾶν τινα μεταβολήν, εἴ γε καὶ γένοιτο βραχεῖαν ἔσεσθαι; οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα, φησίν, ζήσομαι· ὥστε εἰ ᾔδει τοῦτο, ἐμακροθύμησεν ἄν. ἀπόστα, φησίν, ἀπ᾽ ἐμοῦ, κενὸς γάρ μου ὁ βίος. δοκεῖ τοῦτο βαρὺ εἶναι, ἀλλ᾽ ἐξετάσωμεν αὐτό. τί γάρ ἐστιν; ὅπερ καὶ ὁ Δαυίδ φησιν· ἀπόστησον ἀπ᾽ ἐμοῦ τὴν μάστιγά σου. «κενὸς γάρ μου», φησίν, «ὁ βίος. ἀρκεῖ καὶ αὐτὸς εἰς τιμωρίαν ἐμοί. μὴ γάρ εἰμί τι», φησίν, «ἵνα ταῦτα πάσχω;
Μετάφραση
Είπα: θα με παρηγορήσει η κλίνη μου, δηλαδή· «θα λάβω την παρηγοριά από τον ύπνο». 7,14 «Γιατί με εκφοβίζεις στα όνειρα και με καταπλήσσεις στα οράματα;» Και αυτό, λοιπόν, ήταν ενέργεια του διαβόλου· διότι ο Θεός δεν του επέφερε τίποτα, αλλά τα πάντα προέρχονταν από το χέρι του διαβόλου. 7,15α «Θα απαλλάξεις δε», λέει, «τη ζωή μου από το πνεύμα μου, και την ψυχή μου από το σώμα», 15β «και τα οστά μου από τον θάνατο». 7,16α «Διότι δεν θα ζήσω αιώνια, για να δείξω μακροθυμία». 16β «Απομακρύνσου από εμένα, διότι ο βίος μου είναι κενός». Με το να λέει σχεδόν: «θανάτωσέ με», αυτά εκφράζει. «Ιδού τα φορτικά λόγια». Τι το φορτικό έχουν; Εξέφρασε τη συμφορά του και ζήτησε θάνατο και λύτρωση. Διότι δεν θα ζήσω αιώνια, λέει, για να μακροθυμήσω. Βλέπεις πώς είχε στερηθεί και αυτήν την ελπίδα; Διότι, ποιος είναι ο χρόνος μου, λέει, ώστε να υπομένω; Βλέπεις πώς αυτό περισσότερο από όλα τον αναστάτωνε, το ότι δεν προσδοκούσε καμία μεταβολή, ή κι αν ακόμη επρόκειτο να συμβεί, ότι θα ήταν σύντομη; Διότι δεν θα ζήσω αιώνια, λέει· ώστε αν το γνώριζε αυτό, θα έδειχνε μακροθυμία. Απομακρύνσου, λέει, από εμένα, διότι ο βίος μου είναι κενός. Φαίνεται αυτό να είναι βαρύ, αλλά ας το εξετάσουμε. Τι σημαίνει, δηλαδή; Αυτό ακριβώς που λέει και ο Δαβίδ: Απομάκρυνε από εμένα τη μάστιγά σου. «Διότι είναι κενός», λέει, «ο βίος μου. Αρκεί και αυτός ως τιμωρία για εμένα. Μήπως είμαι εγώ κάτι σπουδαίο», λέει, «ώστε να υποφέρω αυτά τα δεινά;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες