σκιᾷ καὶ ὀνείρατι τὰ ἡμέτερα ἔοικεν.» 7,17a 〈τί γάρ ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐμεγάλυνας αὐτὸν〉 17b 〈ἢ ὅτι προσέχεις τὸν νοῦν ἐπ᾽ αὐτῷ;〉 καὶ αὐτὸ τοῦτο τοῦ μεγαλῦναι τεκμήριον τίθεται· ὅλως ἄξιος γάρ ἐστι τοῦ κολάζεσθαι ἢ τοῦ κἂν ἐν διανοίᾳ εἶναι. τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι μιμνῄσκῃ αὐτοῦ; τοῦτο γὰρ αὐτὸ τὸ δίκας ἀπαιτεῖν καὶ τιμωρίας ὡς ὄντος τι τοῦ ἀνθρώπου τεκμήριόν ἐστιν. 7,18a 〈καὶ ἐπισκοπὴν αὐτοῦ,〉 φησίν, 〈ποιῇ τὸ πρωί.〉 τουτέστιν· «ἀντιλαμβάνῃ αὐτοῦ.» 7,18b 〈καὶ εἰς ἀνάπαυσιν αὐτὸν κρίνεις.〉 «πολλάκις δὲ ἀντιλαμβάνῃ.» ὅρα μεμιγμένα τὰ ῥήματα, τὰ μὲν ἐπιεικείας, τὰ δὲ ὀδύνης. ἐμοὶ δοκεῖ κατὰ τὴν ἐπίτασιν τῶν ἀλγηδόνων ταῦτα λέγεσθαι. τί ἐστιν· εἰς ἀνάπαυσιν; τουτέστιν· «ἀποθανεῖν κελεύεις καὶ ἀναπαύεσθαι», ἐμοὶ δοκεῖ. 7,19a 〈ἕως τίνος,〉 φησίν, 〈οὐκ ἐᾷς με〉 19b 〈οὐδὲ προΐῃ με;〉 καθάπερ ὁ Δαυὶδ ἔλεγεν· ἕως πότε, κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾽ ἐμοῦ; ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου ἡμέρας καὶ νυκτός; 7,19b 〈ἕως ἄν,〉 φησίν, 〈καταπίω ἐν ὀδύνῃ τὸν πτύελόν μου;〉 τουτέστιν· «ἕως ἂν ἀποξηρανθῶ εἰς τέλος καὶ ζῶν ἀποθάνω.» 7,20a 〈εἰ ἐγὼ ἥμαρτον,〉 φησίν, 〈τί δύναμαί σοι πρᾶξαι;〉 τουτέστιν· «τί ὀφείλω ποιῆσαι λοιπόν; παρῆλθεν ἡ ἁμαρτία.»
Μετάφραση
«Σε σκιά και όνειρο μοιάζουν τα δικά μας πράγματα.» 7,17a 〈Διότι τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να τον μεγαλύνεις〉 17b 〈ή ώστε να στρέφεις τον νου σου σε αυτόν;〉 Και αυτό ακριβώς τίθεται ως τεκμήριο του ότι τον μεγαλύνει· διότι, είναι άραγε καθόλου άξιος να τιμωρείται ή έστω και να υπάρχει καν στη σκέψη; Τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να τον θυμάσαι; Διότι αυτό ακριβώς, το να απαιτείς ευθύνες και να επιβάλλεις τιμωρίες, αποτελεί τεκμήριο ότι ο άνθρωπος είναι κάτι σημαντικό. 7,18a 〈Και τον επισκέπτεσαι,〉 λέει, 〈το πρωί.〉 Δηλαδή: «τον βοηθάς.» 7,18b 〈Και προς ανάπαυση τον κρίνεις.〉 «Και πολλές φορές τον βοηθάς.» Δες πώς τα λόγια είναι αναμειγμένα, άλλα είναι λόγια επιείκειας και άλλα οδύνης. Μου φαίνεται ότι αυτά λέγονται εξαιτίας της εντάσεως των πόνων. Τι σημαίνει: προς ανάπαυση; Δηλαδή: «προστάζεις να πεθάνει και να αναπαυθεί», έτσι νομίζω. 7,19a 〈Έως πότε,〉 λέει, 〈δεν με αφήνεις〉 19b 〈ούτε με παραβλέπεις;〉 Όπως ακριβώς έλεγε ο Δαβίδ: Έως πότε, Κύριε, θα με ξεχνάς ολότελα; Έως πότε θα αποστρέφεις το πρόσωπό σου από εμένα; Έως πότε θα βάζω λογισμούς στην ψυχή μου, και οδύνες στην καρδιά μου ημέρα και νύχτα; 7,19b 〈Έως ότου,〉 λέει, 〈καταπιώ με οδύνη το σάλιο μου;〉 Δηλαδή: «έως ότου ξηρανθώ τελείως και πεθάνω ενώ είμαι ζωντανός.» 7,20a 〈Εάν εγώ αμάρτησα,〉 λέει, 〈τι μπορώ να σου κάνω;〉 Δηλαδή: «τι οφείλω πλέον να κάνω; Παρήλθε η αμαρτία.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες