οὕτως ὁ θεὸς ὥρισεν ἐπίπονον εἶναι τὸν ἀνθρώπινον βίον. ἀλλὰ προσέθηκεν· ἐπὶ τῆς γῆς, οὐκέτι “ἐν τοῖς οὐρανοῖς”. 7,1b 〈καὶ ὥσπερ μισθίου αὐθημερινοῦ ἡ ζωὴ αὐτοῦ.〉 τὸ ἐπίπονόν φησιν· καθάπερ ἐκεῖνος δι᾽ ὅλης πονεῖται καὶ ταλαιπωρεῖ τῆς ἡμέρας, οὕτω καὶ βραχὺς καὶ ἐπίπονος ὁ βίος καὶ οὐδὲν μέγα συλλέγων· καθάπερ γὰρ ἐκεῖνος ὁ μίσθιος πάντα μὲν τὸν χρόνον πονεῖται τῆς ἡμέρας, οὐδὲν δὲ μέγα συλλέγει, οὕτω καὶ ὁ ἅνθρωπος. ἆρ᾽ οὖν πόνων γέμει μόνον, οὐχὶ δὲ καὶ κινδύνων; 7,2a 〈ἢ ὥσπερ θεράπων δεδοικὼς τὸν κύριον ἑαυτοῦ καὶ τετευχὼς σκιᾶς.〉 «κἂν ἀναπαύσωμαι μικρόν», φησίν, «καθάπερ οἰκέτης μικρὸν ἀναπνεῖ οὐ μετὰ ἀδείας οὐδὲ μετὰ παρρησίας, οὕτω πολλαὶ πολλαχόθεν αἱ τῆς τυραννίδος ἐπιθέσεις.» ἐμοὶ δοκεῖ τὸν δραπέτην λέγειν οἰκέτην· καθάπερ ἐκεῖνος ὁ φυγὼν τὸν δεσπότην ἐν ἀγωνίᾳ διὰ παντός ἐστιν. 7,2b 〈ἢ ὥσπερ μίσθιος ἀναμένων τὸν μισθόν.〉 ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἀναπαύεται μόνον. 7,3a 〈οὕτω κἀγὼ ὑπέμεινα μῆνας κενούς.〉 «μετὰ ἀγωνίας, μετὰ ταλαιπωρίας, μετὰ φόβου.»
Μετάφραση
Έτσι όρισε ο Θεός να είναι κοπιαστικός ο ανθρώπινος βίος. Αλλά πρόσθεσε: επί της γης, όχι πλέον «στους ουρανούς». 7,1β 〈Και όπως του καθημερινού μισθωτού είναι η ζωή του.〉 Εννοεί τον κόπο· όπως ακριβώς εκείνος κοπιάζει και ταλαιπωρείται καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, έτσι και ο βίος είναι βραχύς και κοπιαστικός και δεν συλλέγει τίποτα σπουδαίο· διότι, όπως ακριβώς εκείνος ο μισθωτός κοπιάζει μεν όλο το διάστημα της ημέρας, αλλά δεν συλλέγει τίποτα σπουδαίο, έτσι συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Άραγε λοιπόν είναι γεμάτος μόνο από κόπους, και όχι και από κινδύνους; 7,2α 〈Ή σαν τον υπηρέτη που φοβάται τον κύριό του και έχει βρει σκιά.〉 «Ακόμη κι αν αναπαυθώ για λίγο», λέει, «όπως ακριβώς ένας δούλος παίρνει μια μικρή ανάσα, όχι όμως με ασφάλεια ούτε με ελευθερία, έτσι πολλές είναι από παντού οι επιθέσεις της τυραννίας.» Μου φαίνεται ότι εννοεί τον δούλο που είναι δραπέτης· όπως ακριβώς εκείνος που δραπέτευσε από τον δεσπότη του βρίσκεται διαρκώς σε αγωνία. 7,2β 〈Ή σαν τον μισθωτό που αναμένει τον μισθό του.〉 Μόνο εκείνον τον χρόνο αναπαύεται. 7,3α 〈Έτσι κι εγώ υπέμεινα μήνες κενούς.〉 «Με αγωνία, με ταλαιπωρία, με φόβο.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες