τοῦτο δὲ οὐχὶ περὶ πάντων λέγει, ἀλλὰ περὶ ἑαυτοῦ. 7,3b 〈νύκτες δὲ ὀδυνῶν δεδομέναι μοί εἰσιν.〉 7,4a 〈ἐὰν κοιμηθῶ, λέγω πάλιν· πότε ἡμέρα;〉 4b 〈ὡς δ᾽ ἀναστῶ, λέγω πάλιν· πότε ἑσπέρα;〉 4c 〈πλήρης γὰρ γίνομαι ὀδυνῶν ἀφ᾽ ἑσπέρας ἕως πρωί.〉 7,5a 〈φύρεται δέ μου τὸ σῶμα ἐν σαπρίᾳ σκωλήκων,〉 5b 〈τήκω δὲ βώλακας γῆς ἀπὸ ἰχῶρος ξέων.〉 «ὅτι πειρατήριόν ἐστιν», φησίν, «ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς, οὕτω κἀγὼ ἀνέμεινα μῆνας κενούς.» κενοὺς διὰ τί; ὅτι ἐταλαιπώρησα καὶ μισθὸν οὐκ ἔλαβον, ὅτι ἐν συμφοραῖς καὶ οὐδὲν ἔχω τέλος χρηστὸν φλογμῷ καὶ ἱδρῶτι παλαίων τοσούτῳ. νύκτες, φησίν, ὀδυνῶν δεδομέναι μοί εἰσιν. τὸ μεῖζον τούτου· πανταχοῦ δυσάρεστος ἦν. «οὔτε τὸ φῶς με τῆς ἡμέρας παραμυθεῖται οὔτε τῆς νυκτὸς ἡ ἀνάπαυσις. ἕκαστος καιρὸς ἐμοὶ φορτικός, τῶν παρόντων ἀπαλλαγὴν μόνον ζητῶ.» ὅπερ τῶν δυσαρέστων ἐστίν. εἶτα τὴν συμφορὰν λέγει· τήκω δὲ βώλακας γῆς ἀπὸ ἰχῶρος ξέων. οὐκέτι γὰρ ὀστράκῳ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ταλαιπωρηθείς, ἀλλὰ γῇ λοιπὸν τοῦτο ἐποίει. 7,6a 〈ὁ δὲ βίος μου ἐλαφρότερος δρομέως,〉 6b 〈ἀπόλωλε δὲ ἐν κενῇ ἐλπίδι.〉 ἐπειδὴ λέγει· “ὑπόμεινον τὸν κύριον καὶ αὐτός σοι ἀποδώσει”, «οὐδὲν ὑπολέλειπταί μοι», φησίν, «λοιπὸν τῆς ζωῆς, οὕτω ταχὺ παρέρχομαι πρὶν ἢ φανῆναι, οὕτως ὀλίγος ἡμῶν ὁ χρόνος.
Μετάφραση
Αυτό όμως δεν το λέει για όλους, αλλά για τον εαυτό του. 7,3β 〈Νύχτες δε οδυνών μου έχουν δοθεί.〉 7,4α 〈Εάν κοιμηθώ, πάλι λέω: πότε θα ξημερώσει;〉 4β 〈Και μόλις σηκωθώ, πάλι λέω: πότε θα βραδιάσει;〉 4γ 〈Διότι γεμίζω από οδύνες από το βράδυ μέχρι το πρωί.〉 7,5α 〈Μολύνεται δε το σώμα μου μέσα στη σήψη των σκουληκιών,〉 5β 〈και λιώνω βώλους χώματος, καθώς ξύνω το πύον μου.〉 «Επειδή τόπος δοκιμασίας», λέει, «είναι ο βίος του ανθρώπου πάνω στη γη, έτσι κι εγώ υπέμεινα μάταιους μήνες.» Μάταιους γιατί; Επειδή ταλαιπωρήθηκα και ανταμοιβή δεν έλαβα, επειδή βρίσκομαι μέσα σε συμφορές και δεν έχω κανένα αίσιο τέλος, παλεύοντας με τόση φλόγωση και ιδρώτα. Νύχτες, λέει, οδυνών μου έχουν δοθεί. Το χειρότερο από αυτό: παντού ένιωθε δυσφορία. «Ούτε το φως της ημέρας με παρηγορεί ούτε η ανάπαυση της νύχτας. Κάθε στιγμή είναι για μένα φορτική, αναζητώ μόνο την απαλλαγή από τα παρόντα δεινά.» Πράγμα που χαρακτηρίζει όσους δυσφορούν. Έπειτα αναφέρει τη συμφορά: και λιώνω βώλους χώματος, καθώς ξύνω το πύον μου. Διότι, όπως μου φαίνεται, δεν ταλαιπωρούνταν πλέον χρησιμοποιώντας όστρακο, αλλά με χώμα πια το έκανε αυτό. 7,6α 〈Ο δε βίος μου είναι πιο γρήγορος και από δρομέα,〉 6β 〈και χάθηκε μέσα σε μάταιη ελπίδα.〉 Επειδή λέει: «Υπόμεινε τον Κύριο και αυτός θα σε ανταμείψει», εκείνος αποκρίνεται: «Τίποτα δεν μου έχει απομείνει πλέον από τη ζωή, τόσο γρήγορα παρέρχομαι πριν καν φανώ, τόσο λίγος είναι ο χρόνος μας.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες