τουτέστιν· «οὕτω ταχέως ἀπολοῦμαι· διὰ τί οὐκ ἐπελάθου ἀνθρώπου οὕτως εὐτελοῦς;» 8,1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ ΔΕ ΒΑΛΔΑΔ Ο ΣΑΥΧΙΤΗΣ ΛΕΓΕΙ· 8,2a 〈μέχρι τίνος λαλήσεις ταῦτα;〉 2,b 〈πνεῦμα πολυρῆμον τοῦ στόματός σου.〉 8,3a 〈μὴ ὁ κύριος ἀδικήσει κρίνων〉 3b 〈ἢ ὁ τὰ πάντα ποιήσας ταράξει τὸ δίκαιον;〉 ἆρα ταῦτα εἶπεν, ὅτι «ἀδίκως πάσχω»; ὁρᾷς, πῶς οὐδαμοῦ τοῦ σκοποῦ καταστοχάζονται τοῦ δικαίου; οὐδαμοῦ γὰρ τοῦτο εἶπεν, ἀλλ᾽ ἐπὶ τὴν ἀσθένειαν τῆς φύσεως κατέφυγε λέγων· μὴ θάλασσά εἰμι ἢ δράκων; μὴ ἰσχὺς λίθων ἡ ἰσχύς μου; τίς γάρ μού ἐστιν ὁ βίος; οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ζήσομαι, ἵνα μακροθυμήσω. ἔτι καὶ τὰ ἁμαρτήματα ὁμολογεῖ· «διὰ τί», φησίν, «οὐκ ἐποιήσω λήθην τῆς ἀνομίας μου, εἰ καὶ μὴ δι᾽ ἐμέ, ἀλλὰ διὰ σαυτόν; εἰ ἐγὼ ἥμαρτον, τί δύναμαί σοι πρᾶξαι;» ὥσπερ ἄν τις πένης καὶ οὐδὲν ἔχων καταφαγὼν ἅπαντα λέγοι τῷ δεδανεικότι· «τί δύναμαί σοι ποιῆσαι; μὴ γὰρ ἐγὼ δύναμαι ἀποδοῦναι λοιπόν.» εἶτα καὶ φλυαρίαν αὐτοῦ καταγινώσκει οὐκ εἰδώς, ὅτι τοῖς ἐν περιωδυνίᾳ τυγχάνουσι φέρει τινὰ παραμυθίαν τὸ φθέγγεσθαι, ὡσπεροῦν καὶ αὐτός φησιν· λαλήσω δὲ ἐν ἀνάγκῃ ὢν τοῦ πνεύματός μου. † ἀλλ᾽ ὅμως † «καὶ ταῦτα», φησίν, «διὰ τοῦτο ἐφθεγξάμην, ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη ἀπῄτει, διὰ τοῦτο θάνατον ἐζήτησα.» ὁ δὲ μηδὲ τοῦτον ἐλθεῖν τολμῶν αἰτεῖν, εἰ μὴ ἡ ἀνάγκη ἀπῄτει, ὅρα πόσην εὐλάβειαν ἐπιδείκνυται, ὥστε {οὐκ} ἀπὸ σκοποῦ ὁ λόγος.
Μετάφραση
δηλαδή: «Τόσο γρήγορα θα χαθώ; Γιατί δεν ξέχασες έναν άνθρωπο τόσο ευτελή;» 8,1 ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΔΕ ΤΟΝ ΛΟΓΟ Ο ΒΑΛΔΑΔ Ο ΣΑΥΧΙΤΗΣ ΛΕΕΙ: 8,2a 〈έως πότε θα τα λες αυτά;〉 2,b 〈πολύλογο πνεύμα βγαίνει από το στόμα σου.〉 8,3a 〈μήπως ο Κύριος θα αδικήσει όταν κρίνει;〉 3b 〈ή μήπως Αυτός που τα δημιούργησε όλα θα διαστρέψει το δίκαιο;〉 Άραγε είπε τέτοια πράγματα, ότι δηλαδή «πάσχω άδικα»; Βλέπεις πώς πουθενά δεν κατανοούν τον σκοπό του δικαίου; Διότι πουθενά δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά κατέφυγε στην ασθένεια της φύσεως, λέγοντας: «Μήπως είμαι θάλασσα ή δράκοντας; Μήπως η δύναμή μου είναι δύναμη λίθων; Διότι, ποια είναι η ζωή μου; Επειδή δεν θα ζήσω αιώνια, για να δείξω μακροθυμία». Επιπλέον, ομολογεί και τα αμαρτήματά του: «Γιατί», λέει, «δεν λησμόνησες την ανομία μου, έστω κι αν όχι για χάρη μου, αλλά για τον εαυτό Σου; Εάν εγώ αμάρτησα, τι μπορώ να Σου κάνω;». Όπως ακριβώς ένας φτωχός, που δεν έχει τίποτα και τα έχει καταναλώσει όλα, θα έλεγε στον δανειστή του: «Τι μπορώ να σου κάνω; Διότι εγώ δεν μπορώ πλέον να σου τα επιστρέψω». Έπειτα τον κατηγορεί και για φλυαρία, αγνοώντας ότι σε όσους βρίσκονται σε μεγάλη οδύνη, το να μιλούν φέρνει κάποια παρηγοριά, όπως ακριβώς λέει και ο ίδιος: «Θα μιλήσω βρισκόμενος σε ανάγκη του πνεύματός μου». Αλλά όμως, «και αυτά», λέει, «γι' αυτό τον λόγο τα εξέφρασα, επειδή το απαιτούσε η ανάγκη, γι' αυτό ζήτησα τον θάνατο». Αυτός όμως, που δεν τολμούσε ούτε αυτόν (τον θάνατο) να ζητήσει να έλθει, εάν δεν το απαιτούσε η ανάγκη, δες πόση ευλάβεια επιδεικνύει, ώστε ο λόγος του δεν είναι άστοχος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες