οὗτοι δὲ τῆς συμφορᾶς ἀναμιμνῄσκουσι καὶ πικρῶς, οὐχ ὅτι ἐτελεύτησαν μόνον λέγοντες, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ δι᾽ ἁμαρτίας. οὐ γὰρ ἤρκει ἑαυτῷ τοῦτο λέγειν μετὰ ταῦτα· «εἰκῇ καὶ περιττῶς αἱ θυσίαι αἱ τοσαῦται»; μήποτε, φησίν, ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῶν ἐνενόησάν τι κακὸν πρὸς τὸν θεόν. ὅρα, πῶς αὐτὸν ἔτηκεν τὸν οὕτω προνοοῦντα τῆς ἀρετῆς αὐτῶν τῆς κατὰ ψυχὴν ἡ τούτων τελευτή. πάλιν στοχασμός. δίκαιός ἐστιν ὁ θεός. μὴ γὰρ οὐκ ἔστι καὶ δίκαιον εἶναι καὶ μὴ ἁμαρτημάτων διδόναι τιμωρίαν, ἀλλὰ πειράζοντα καθάπερ ἐπὶ τούτου; μὴ γὰρ δι᾽ ἁμαρτήματα μόνον εἰσὶν αἱ τιμωρίαι; 8,5 〈σὺ δὲ,〉 φησίν, 〈ὄρθριζε πρὸς κύριον παντοκράτορα δεόμενος.〉 δείκνυσιν, ὅτι ἐκεῖνοι χαλεπώτερα τούτου ἥμαρτον. καὶ ὅρα, πῶς αὐτῷ παραινοῦσι καὶ νουθετοῦσιν αὐτόν, ὃ καὶ αὐτὸ βαρύ. 8,6a 〈εἰ καθαρὸς εἶ,〉 φησίν, 〈καὶ ἀληθινός, δεήσεως εἰσακούσεταί σου.〉 εἰ καθαρός ἐστιν, τίνος ἕνεκεν ταῦτα ἔπασχεν; οὔκουν ἴστε, ὅτι καὶ καθαρὸν ὄντα ταῦτα πάσχειν ἔστιν; οὐ πάντως δὲ τοῦ καθαροῦ καὶ ἀληθινοῦ τῆς δεήσεως εἰσακούσεται· ἔστι γὰρ ὅτε καὶ ἀσύμφορα αἰτεῖ. ἐπειδὴ γὰρ ἔλεγεν· ὀλίγος μου ὁ χρόνος, φησίν· 8,7a 〈ἔσται οὖν τὰ μὲν πρῶτά σου ὀλίγα,〉 7b 〈τὰ δὲ ἔσχατά σου ἀμύθητα.〉 τουτέστιν· «δύναταί σε ἐν μείζονι ποιῆσαι εὐπραγίᾳ τῆς προτέρας.»
Μετάφραση
Αυτοί όμως του υπενθυμίζουν τη συμφορά και μάλιστα με πικρία, όχι μόνο λέγοντας ότι πέθαναν, αλλά ότι πέθαναν και εξαιτίας της αμαρτίας. Διότι δεν θα του αρκούσε μετά από αυτά να πει μέσα του: «Μάταια και άσκοπα έγιναν τόσες θυσίες»; «Μήπως τυχόν», λέει, «σκέφθηκαν με τον νου τους κάτι κακό ενάντια στον Θεό». Δες πώς τον κατέτηκε ο θάνατός τους, αυτόν που τόσο πολύ προνοούσε για την κατά ψυχήν αρετή τους. Πάλι κάνουν εικασίες. Ο Θεός είναι δίκαιος. Μήπως τάχα δεν είναι δυνατόν να είναι και δίκαιος και να μην επιβάλλει τιμωρία για αμαρτήματα, αλλά να δοκιμάζει, όπως ακριβώς στην περίπτωσή του; Μήπως δηλαδή οι τιμωρίες επιβάλλονται μόνο για αμαρτήματα; «Εσύ όμως», λέει, «να αναζητάς από νωρίς το πρωί τον Κύριο τον Παντοκράτορα ικετεύοντας». Αυτό δείχνει ότι εκείνοι αμάρτησαν βαρύτερα από αυτόν. Και δες πώς τον συμβουλεύουν και τον νουθετούν, πράγμα που και αυτό είναι βαρύ. «Εάν είσαι καθαρός», λέει, «και αληθινός, θα εισακούσει τη δέησή σου». Εάν είναι καθαρός, για ποιον λόγο τα υπέφερε αυτά; Δεν γνωρίζετε λοιπόν ότι είναι δυνατόν να τα υποφέρει αυτά κανείς ακόμη και όταν είναι καθαρός; Δεν θα εισακούσει όμως οπωσδήποτε τη δέηση του καθαρού και αληθινού· διότι υπάρχουν φορές που ζητά και πράγματα που δεν τον συμφέρουν. Επειδή λοιπόν εκείνος έλεγε: «Λίγος είναι ο χρόνος μου», απαντά: «Θα είναι λοιπόν τα μεν πρώτα σου λίγα, τα δε έσχατά σου αμύθητα». Δηλαδή: «Μπορεί να σε αποκαταστήσει σε μεγαλύτερη ευημερία από την προηγούμενη».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες