εἶτα περὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ λέγει καὶ τοῦ ἀοράτου· 9,14a 〈ἐὰν δέ μου εἰσακούσῃ〉 14b 〈καὶ διακρίνῃ μου τὰ ῥήματα μετ᾽ αὐτοῦ,〉 9,15a 〈ἐάν τε γὰρ ὦ δίκαιος, οὐκ εἰσακούσεταί μου.〉 15b 〈τοῦ κρίματος αὐτοῦ δεηθήσομαι.〉 ὃ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν· «ἐὰν τῶν ῥημάτων ἐξέτασιν ποιήσηται τῶν ἐμῶν ἀκούσας»—τοῦτο γάρ ἐστι διακρίνῃ· “βασανίσῃ καὶ εὐθύνας ἀπαιτήσῃ”—«οὐδὲ τοῦ ἀκούεσθαι εὑρίσκομαι ἄξιος ὤν, κἂν ὦ δίκαιος. ἐάν τε βασανίσῃ μου τὰ ῥήματα, κἂν ὦ δίκαιος, οὐκ ἄξιός εἰμι ἀκούεσθαι παρ᾽ αὐτοῦ.» 〈9,16a 〈ἐάν τε καλέσω καὶ εἰσακούσῃ,〉 16b 〈οὐ πιστεύω, ὅτι ἐπακήκοέ μου τῆς φωνῆς.〉〉 «ἐὰν δὲ ἐν φιλανθρωπίᾳ ζητήσω σωθῆναι, οὐκ οἶδα»—τουτέστιν· οὐ πιστεύω—, «ὅτι ἐπακήκοέ μου τῆς φωνῆς.» 9,17a 〈μὴ ἐν γνόφῳ με ἐκτρίψῃ.〉 μήποτε τὸ ἐν γνόφῳ ὃ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι πολλὴ ἡ ἐξουσία παρ᾽ αὐτῷ, καὶ ὅπερ ἂν πράξῃ, οὐδείς ἐστιν ὁ ἀντιπίπτων, ἀλλ᾽ οὐδὲ εἰδώς, ὅπως ἀπόλλυται. τοῦτ᾽ ἐστιν, ὃ λέγει· ἐπειδὴ ἔλεγον διὰ παντός· ὄρθριζε πρὸς κύριον καὶ ἐπακούσεταί σου, «πόθεν;» φησίν. «ἂν μὲν ὦ δίκαιος, οὐκ εἰσακούσεται, ἂν δὲ ἐξετάσῃ τὰ ῥήματά μου, οὐκ οἶδα, ὅτι δίκαιός εἰμι, ἄν τε {ὡς} ἐπικαλῶμαι, οὐκ οἶδα, εἰ ἀκήκοέ μου. ἀπὸ γὰρ τῶν παρόντων οὐκ οἶδα ταῦτα στοχάζεσθαι.» 9,17b 〈πολλὰ δέ μου τὰ συντρίμματα πεποίηκε διὰ κενῆς.〉 σὺ δὲ εἶπας ἀπολέσαι τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ διὰ κενῆς.
Μετάφραση
Έπειτα μιλάει για τη δύναμή του και για το ότι είναι αόρατος: 9,14a 〈εάν δε με εισακούσει〉 14b 〈και διακρίνει τα λόγια μου μαζί του,〉 9,15a 〈διότι, ακόμη κι αν είμαι δίκαιος, δεν θα με εισακούσει.〉 15b 〈θα ικετεύσω την κρίση του.〉 Αυτό που λέει έχει την εξής έννοια: «Εάν, αφού ακούσει, εξετάσει τα λόγια μου» —διότι αυτό σημαίνει το να διακρίνει: «να υποβάλει σε αυστηρό έλεγχο και να ζητήσει ευθύνες»— «δεν κρίνομαι άξιος ούτε καν να ακουστώ, ακόμη κι αν είμαι δίκαιος. Εάν ελέγξει τα λόγια μου, ακόμη κι αν είμαι δίκαιος, δεν είμαι άξιος να ακουστώ από αυτόν.» 〈9,16a 〈Κι αν τον καλέσω και με εισακούσει,〉 16b 〈δεν πιστεύω ότι έχει ακούσει τη φωνή μου.〉〉 «Αν όμως ζητήσω να σωθώ χάρη στη φιλανθρωπία του, δεν γνωρίζω» —δηλαδή: δεν πιστεύω—, «ότι έχει ακούσει τη φωνή μου.» 9,17a 〈ας μη με εξολοθρεύσει μέσα σε γνόφο.〉 Ίσως αυτό που λέει, μέσα σε γνόφο, να σημαίνει το εξής, ότι η εξουσία του είναι τόσο μεγάλη, και, ό,τι κι αν πράξει, δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να εναντιωθεί, αλλά ούτε και κανείς που να γνωρίζει πώς καταστρέφεται. Αυτό είναι που λέει: Επειδή του έλεγαν συνεχώς: να ορθρίζεις προς τον Κύριο και θα σε εισακούσει, λέει: «πώς;». «Αν είμαι δίκαιος, δεν θα με εισακούσει, και αν εξετάσει τα λόγια μου, δεν ξέρω ότι είμαι δίκαιος· κι αν τον επικαλεστώ, δεν ξέρω αν με έχει ακούσει. Διότι, από την παρούσα κατάσταση, δεν μπορώ να τα συμπεράνω αυτά.» 9,17b 〈πολλαπλασίασε δε τα συντρίμματά μου χωρίς λόγο.〉 Εσύ όμως είπες να καταστραφούν τα υπάρχοντά του μάταια και χωρίς λόγο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες