ἵνα γὰρ μηδεὶς ταῦτα καταγνῷ αὐτοῦ, διὰ τοῦτο καὶ ἐν προοιμίοις καὶ μετὰ τὸ τέλος ἡ τοῦ θεοῦ ψῆφος ἕστηκε προϊσταμένη καὶ οὐχὶ μόνον ἀπαλλάττουσα ἐγκλημάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ τοῦ δικαίου περιτιθεῖσα ἀξίωμα. 9,28b 〈οἶδα,〉 φησίν, 〈ὅτι οὐκ ἀθῷόν με ἐάσει.〉 ἢ τοῦτό φησιν· «κἂν ἀπαλλαγῶ τῆς τιμωρίας, τὰ πάντων ἀνέῳξε κατ᾽ ἐμοῦ στόματα ἡ τιμωρία», ἢ ὅτι «οὐ στήσεται κολάζων με, ἀλλ᾽ ἔτι τιμωρήσεταί με.» 9,29 〈ἐπειδὴ δέ εἰμι ἀσεβής,〉 φησίν, 〈διὰ τί οὐκ ἀπέθανον;〉 ὁρᾷς, πῶς οὐκ ἀρνεῖται τὸ εἶναι ἁμαρτωλός; διὰ τί οὐκ ἀπέθανον; φησίν· οὐχὶ ἐγκαλοῦντός ἐστιν, ἀλλὰ ζητοῦντος. «οὐκ οἶδα τὴν οἰκονομίαν», φησίν. 9,30a 〈ἐὰν γὰρ ἀπολούσωμαι χιόνι〉 30b 〈καὶ ἀποκαθάρωμαι χερσὶ καθαραῖς,〉 9,31a 〈ἱκανῶς με ἐν ῥύπῳ ἔβαψας,〉 31b 〈ἐβδελύξατο δέ με ἡ στολή μου.〉 τουτέστιν· «ὑπόδειγμα κεῖμαι πᾶσιν ἀσεβείας· τὸν γὰρ πονηρὸν ἐκ τοῦ μέσου ληφθῆναι ἐχρῆν, ὥστε μὴ εἶναι τοῖς ἄλλοις διδάσκαλον. ἂν τοῦ ἡλίου καθαρώτερος γένωμαι, ἔχω κηλῖδα», φησίν, «οὐ τὴν τυχοῦσαν.» ἐβδελύξατο δέ με ἡ στολή μου. «τί δεῖ λέγειν περὶ ἀνθρώπων, ὅπου γε καὶ αὐτὰ τὰ ἱμάτια μισεῖ με.» ὃ δὲ λέγει, τοιοῦτόν ἐστιν, ὅτι «καὶ ὁ ἐγγύτατος, καὶ οὗτος ἐμίσησέ με· οὐ διὰ τὴν τιμωρίαν ἀπεστράφη, ἀλλ᾽ ὡς ἐναγῆ καὶ μιαρόν, ὡς ἀκάθαρτον καὶ πάντων ἔσχατον, οὕτως ἀπεστράφησάν με.
Μετάφραση
Διότι, για να μην τον κατακρίνει κανείς γι' αυτά, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και στα προοίμια και μετά το τέλος, η απόφαση του Θεού προτάσσεται ως υπερασπιστής, η οποία όχι μόνο τον απαλλάσσει από τις κατηγορίες, αλλά του προσδίδει και το αξίωμα του δικαίου. 9,28β «Γνωρίζω», λέει, «ότι δεν θα με αφήσει ατιμώρητο». Ή εννοεί το εξής: «Ακόμη κι αν απαλλαγώ από την τιμωρία, η τιμωρία άνοιξε τα στόματα όλων εναντίον μου», ή ότι «δεν θα σταματήσει να με κολάζει, αλλά θα συνεχίσει να με τιμωρεί». 9,29 «Επειδή δε είμαι ασεβής», λέει, «γιατί δεν πέθανα;». Βλέπεις πώς δεν αρνείται το γεγονός ότι είναι αμαρτωλός; «Γιατί δεν πέθανα;», λέει· αυτό δεν είναι έκφραση ανθρώπου που εγκαλεί, αλλά κάποιου που αναζητά. «Δεν γνωρίζω την οικονομία του Θεού», λέει. 9,30α «Διότι, εάν λουστώ με χιόνι» 30β «και καθαριστώ με καθαρά χέρια», 9,31α «αρκετά με βούτηξες στον ρύπο», 31β «και με σιχάθηκε η στολή μου». Δηλαδή: «Αποτελώ για όλους υπόδειγμα ασέβειας· διότι ο πονηρός θα έπρεπε να είχε εξαλειφθεί από τη μέση, ώστε να μη γίνεται δάσκαλος στους άλλους. Ακόμη κι αν γίνω καθαρότερος από τον ήλιο, φέρω κηλίδα», λέει, «και μάλιστα όχι την τυχούσα». Με σιχάθηκε δε η στολή μου. «Τι χρειάζεται να μιλώ για τους ανθρώπους, εφόσον ακόμη και τα ίδια μου τα ενδύματα με μισούν;». Αυτό δε που λέει, έχει την εξής έννοια, ότι «και ο πιο κοντινός μου, κι αυτός με μίσησε· δεν με αποστράφηκε εξαιτίας της τιμωρίας, αλλά σαν να ήμουν μιαρός και μολυσμένος, σαν ακάθαρτος και ο έσχατος όλων, έτσι με αποστράφηκαν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες