Ἀλλ᾽ ἴσως ἐρεῖ τις τῶν διψύχων· [καί φησιν·] οἶδε Κύριος τὰ τῆς ἀσθενείας μου, καὶ συμπαθεῖ τῇ ἀσθενείᾳ μου. Οἴμοι, οἴμοι! Τίς μὴ κλαύσει ἐπὶ τούτοις; Ὅτι εἰς τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου ἀσθένειαν προφασιζόμεθα, εἰς δὲ τὰς μάχας καὶ τὰς φρατρίας καὶ εἰς τὸ ποιεῖν τὰ πονηρὰ δυνατοί ἐσμεν. Τί σεαυτὸν ἀπατᾷς νομίζων Θεὸν χλευάζειν; Μὴ σπεῖρε κακά, καὶ οὐ μὴ θερίσεις κακά. Ἄκουε τοῦ λέγοντος· τίς σκληρὸς γενόμενος ἐναντίον αὐτοῦ ὑπέμεινεν;
Μετάφραση
Αλλά ίσως πει κάποιος από τους δίψυχους: ο Κύριος γνωρίζει τα της αδυναμίας μου και συμπονά την αδυναμία μου. Αλίμονο, αλίμονο! Ποιος δεν θα θρηνήσει γι' αυτά; Διότι στο έργο του Κυρίου προφασιζόμαστε αδυναμία, ενώ για τις έριδες, τις φατρίες και για το να πράττουμε τα πονηρά είμαστε δυνατοί. Γιατί εξαπατάς τον εαυτό σου νομίζοντας ότι εμπαίζεις τον Θεό; Μη σπέρνεις κακά, και δεν θα θερίσεις κακά. Άκουσε εκείνον που λέει: ποιος σκλήρυνε τον εαυτό του εναντίον Του και άντεξε;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες